Το Άγιον Όρος είναι γνωστό ως το «Περιβόλι της Παναγίας». Ως ο κατ’ εξοχήν τόπος που τιμάται, που εμφανίζεται, που ενεργεί και αναπαύεται το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως «ο νοητός της Θεοτόκου και ωραίος Παράδεισος». Σύμφωνα με την παράδοση, το Άγιον Όρος δόθηκε ως κλήρος στην Παναγία από τον ίδιο τον Κύριο: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σον και περιβόλαιον σον και Παράδεισος, έτι δε λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι».

Ενώ η πρώτη Εύα έπεσε στον αρχέγονο παράδεισο, η δεύτερη Εύα, ως Μητέρα του δεύτερου Αδάμ, ξεδιπλώνει, τη χάρη των ονομάτων της μέσα στο νέο παράδεισο του Αγίου Όρους. Η Κυρία των αγγέλων εμφανίζεται ως Κυρία του αγγελικού τάγματος των μοναχών. Η Κεχαριτωμένη φανερώνει τις χάριτες που απορρέουν από τη χάρη της, μέσα από εικόνες, προσκυνήματα, ευλογημένες αθωνικές γωνιές, γεγονότα της ζωής, προσδοκώμενες ανταποκρίσεις σε αιτήματα, ανέλπιστες απαντήσεις σε δοξολογικά ξεσπάσματα, εμφανίσεις σε εξαγιασμένους ασκητές, μέσα στη κατάνυξη του κελιού ή στην λαμπρότητα του ναού. Παντού και πάντοτε, σε κάθε τόπο και σε κάθε σημείο, ελλοχεύει μια ανεπανάληπτη αφορμή, μια μοναδική ευκαιρία να ζήσει κανείς το αγκάλιασμα της Θεοτόκου.

Δεν υπάρχει ίσως αγιορείτης μοναχός που να μη ζει την Παναγία ως Παναγία του, ως κύρια και πρώτη προσφυγή του, ως αμετάθετο ελπίδα, ασφάλεια και προστασία του, ως πρέσβειρα και μητέρα του, ως πλησίον και μόνιμο σύντροφο του, ως εναγκαλιστή των πληγών και ανάδοχο των δοκιμασιών του.

Κάθε ψάλτης από το «Άξιον έστι» θα αρχίσει τα μαθήματά του και με αυτό θα αποδώσει την καλύτερη τέχνη του. Κάθε αγιογράφος ή ξυλογλύπτης, τα πρώτα και καλύτερα έργα που θα φιλοτεχνήσει θα απεικονίζουν το θεομητορικό πρόσωπο. Κάθε ησυχαστής σε αυτή θα καταθέσει τη θερμότερη προσευχή του. Κάθε μοναστήρι μια δική της εικόνα θα περιβάλλει με το απαύγασμα της ευλάβειας του.

Γεγονότα ιστορικά, ανάγκες καθημερινές, ζωντανά θαύματα, περιστατικά και συγκυρίες, ιδιώματα θεομητορικά αποτυπώνονται σε κάθε εικόνα που κοσμεί με την καλλιτεχνική ομορφιά της και παρηγορεί με την παρουσία της κάθε μονή του Αγίου Όρους. Έτσι, εκτός από την Παναγία του «Άξιον έστι» στο Πρωτάτο ή την Πορταΐτισσα στη Μονή Ιβήρων, έχουμε την Παναγία του Ακάθιστου στη Μονή Διονυσίου, τη Μυροβλύτισσα στη Μονή Αγίου Παύλου, την Τριχερούσα στο Χιλανδάρι, τη Γοργοϋπήκοο στη Δοχειαρίου, την Οδηγήτρια στην Ξενοφώντος, την Παραμυθία στο Βατοπαίδι, τη Γλυκοφιλούσα στη Φιλόθεου και πλήθος άλλων.

Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας

ΟΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Αναλυτικές πληροφορίες για τις Θαυματουργές Εικόνες

Στον ιστορικό ναό του Πρωτάτου, στο άγιο Βήμα, βρίσκεται ενθρονισμένη πάνω στο ιερό σύνθρονο η σεβάσμια και θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, που επονομάζεται «Άξιον έστιν».  Ονομάζεται έτσι, γιατί μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα πρωτοψαλθηκε απ’ τον αρχάγγελο Γαβριήλ ο γνωστός αυτός ύμνος. «Η πάνσεπτος αύτη και αγία εικών, εξ αρχαίων και παλαιών χρόνων, εστάθη το καύχημα των Καρεών, η δόξα των Πρωτατινών, η σκέπη και προστασία των πέριξ Κελλίων», αλλά και όλου του Αγίου Όρους δόξα, καύχημα και προστασία.

Θαυματουργές Εικόνες, Άξιον Εστί

Την ιστορία της εικόνας έγραψε το 1548 ο Πρώτος του Άγιου Όρους ιερομόναχος Σεραφείμ που διέπρεψε στην αρετή, τη σοφία, τη μάθηση και την ακτημοσύνη. Ως Πρώτος διοικούσε το Όρος με ευαγγελική δικαιοσύνη και σύνεση. Υπήρξε γέροντας του άγιου Διονυσίου του εν  Ολύμπω, όταν εκείνος ζούσε στις Καρυές, και συνδεόταν με στενή φιλία με τον όσιο Θεόφιλο το Μυροβλύτη, που εκείνο το διάστημα ασκήτευε στη γειτονική Καψάλα, Βοήθησε ακόμη με χρήματα για την ανακαίνιση του κελίου του αγίου Θεοφίλου και έκτισε εκ θεμελίων το νάρθηκα του Πρωτάτου.

 

Αυτή η ιστορία-υπόμνημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Νέο Μαρτυρολόγιο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου απ’ όπου αναδημοσιεύτηκε πολλές φορές. Η σπουδαιότητα του κειμένου, η ακρίβεια του στη διήγηση και η γλαφυρότητά του μας αναγκάζουν να το δημοσιεύσουμε όπως έχει.

 

«Σεραφείμ του Θυηπόλου υπόμνημα περί του θαύματος του γενομένου υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Αγίω Όρει του Άθω· ήτοι περί του  Αρχαγγελικού ύμνου του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ.

 

Κατά την Σκήτην του Πρωτάτου, την ευρισκομένην εις τας Καρέας, εκεί πλησίον, εν τη τοποθεσία της ιεράς Μονής του Παντοκράτορος, είναι λάκκος μεγάλος, όστις έχει κελλία διάφορα. Εις ένα γουν των κελλίων τούτων, έπ’ ονόματι πμώμενον της Κυρίας Θεοτόκου της Κοιμήσεως, εκατοίκει ένας ιερομόναχος γέρων και ενάρετος μετά άλλου υποτακτικού. Επειδή δε ήτον συνήθεια να γίνεται αγρυπνία κάθε Κυριακήν εις την ρηθείσαν του Πρωτάτου Σκήτην, κατά το εσπέρας ενός Σαββάτου, θέλοντας να υπάγη ο προρρηθείς γέροντας εις την αγρυπνίαν, λέγει τω μαθητή αυτού· Τέκνον, εγώ μεν υπάγω διά να ακούσω την αγρυπνίαν, ως σύνηθες· συ δε μείνον εις το κελλίον, και ως δύνασαι ανάγνωθι την  Ακολουθίαν σου· και οϋτως απηλθεν. Αφ’ ου δε η εσπέρα παρήλθεν, ιδού κρούει τις την θύραν του κελλίου· ο δε αδελφός έδραμε και την άνοιξε, και βλέπει, ότι ήτον ξένος μοναχός, αγνώριστος εις αυτόν όστις εισελθών, έμεινεν εις το κελλίον την νύκτα έκείνην.

 

Εν τη ώρα δε του όρθρου, αναστάντες, έψαλλον και οι δύω την Ακολουθίαν όταν δε ήλθον εις την Τιμιωτέραν, ό μεν εντόπιος μοναχός, έψαλλε μόνον την «Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», και καθ’ εξής έως τέλους· τον συνήθη δηλαδή, και παλαιόν ύμνον του Αγίου Κοσμά του ποιητού. Ο δε ξένος εκείνος μοναχός, κάμνοντας άλλην αρχήν του ύμνου, έψαλλεν ούτως· «Άξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών». Είτα εσύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους. Ακούσας δε ταύτα ο εντόπιος μοναχός, εθαύμασε, και λέγει προς τον φαινόμενον ξένον.  Ημείς μόνον ψάλλομεν «την Τιμιωτέραν»· το δε «Άξιον έστιν», ουδέποτε ηκούσαμεν, ούτε ημείς, ούτε οι προτύτεροι από ημάς. Αλλά παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην, και γράψον και εις εμένα τον ύμνον τούτον, διά να τον ψάλλω και εγώ εις την Θεοτόκον. Ο δε αποκριθείς, φέρε μοι, του λέγει, μελάνι και χαρτί, διά να τον γράψω. Ο δε εντόπιος, δεν έχω του λέγει, ούτε μελάνι, ούτε χαρτί. Και ο φαινόμενος ξένος, φέρε μοι, του είπε, μίαν πλάκα. Ο δε μοναχός δραμών, εύρε πλάκα, και του την έφερε. Λαβών δε ταύτην ο ξένος, έγραψεν επάνω εις αυτήν με τον εαυτού δάκτυλον τον ρηθέντα ύμνον, το «Άξιον έστι». Και, ω του θαύματος! τόσον βαθέως εχαράχθησαν τα γράμματα επάνω εις την σκληράν πλάκα, ωσάν να εγράφησαν επάνω εις πηλόν απαλώτατον. Είτα λέγει τω αδελφώ· από της σήμερον και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς, και όλοι οι ορθόδοξοι. Και ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος· ήτον γαρ Άγιος Άγγελος, απεσταλμένος υπό Θεού, διά να αποκάλυψη τον Αγγελικόν ύμνον τούτον, και τη Μητρί του Θεού πρεπωδέστατον· μάλλον δε, ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ως ρηθήσεται έμπροσθεν.

 

Αφ’ ου δε ήλθεν από την αγρυπνίαν ο γέροντας, και εισήλθεν εις το κελλίον, αρχίζει ο υποτακτικός αυτού να ψάλλη το, Άξιον έστι, καθώς ο Άγγελος αύτω επαρήγγειλε· και ακολούθως δείχνει εις τον γέροντά του και την ρηθείσαν πλάκα με τα Αγγελοχάρακτα γράμματα.  Ο δε ταύτα ακούσας, και ιδών, έμεινεν εκστατικός διά το τοιούτον θαυμάσιον. Και λοιπόν, λαβόντες και οι δύω την Αγγελοχάρακτον εκείνην πλάκα, απήλθον εις το Πρωτάτον και δείξαντες αυτήν εις τε τον πρώτον του Αγίου Όρους, και εις τους λοιπούς γέροντας της Κοινής συνάψεως, εδιηγήθησαν εις αυτούς άπαντα τα γενόμενα– οι δε δοξάσαντες ομοφώνως τον Θεόν, και ευχαριστήσαντες την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, διά το παράδοξον τούτο, ευθύς απέστειλαν την πλάκα εις την Κωνσταντινούπολιν, προς τε τον Πατριάρχην, και τον Βασιλέα, σημειώσαντες εις αυτούς διά γραμμάτων άπασαν την υπόθεσιν του τοιούτου τερατουργήματος.

 

Από τότε δε και ύστερα, ο μεν Αγγελικός αυτός ύμνος διεδόθη εις όλην την οικουμένην, δια να ψάλλεται εις την Θεομήτορα, από όλους τους ορθοδόξους. Η δε Αγία είκών της Θεοτόκου, η ευρισκομένη εις τήν Εκκλησίαν του κελλίου εκείνου, εν ω το τοιούτον γέγονε θαύμα, μετεφέρθη από τους πατέρας του Αγίου Όρους, εις την Έκκλησίαν του Πρωτάτου· και εις αυτήν ευρίσκεται έως της σήμερον, ενθρονιασμένη επάνω τού  Ιερού Συνθρόνου, εντός του Αγίου Βήματος, επειδή και έμπροσθεν της εικόνος ταύτης εψάλθη πρώτον υπό του Αγγέλου ο ύμνος ούτος. Το δε κελλίον εκείνο, έλαβε την επωνυμίαν να ονομάζεται, Άξιον έστι. Και ο λάκκος εκείνος, εις τον όποιον το κελλίον ευρίσκεται, ονομάζεται από όλους έως της σήμερον, «Άδειν» ο έστι ψάλλειν, διά το να εψάλθη πρώτον εις αυτόν ο Αγγελικός, και Θεομητροπρεπής ούτος ύμνος».

 

Και συνεχίζει ο άγιος Νικόδημος: «Ότι δε το θαύμα τούτο είναι πολλά παλαιόν, και ότι ο Άγγελος οπού εφάνη, ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεί και το εν τοις τετυπωμένοις Μηναίοις γεγραμμένον, κατά την ενδέκατην του Ιουνίου μηνός, ούτω· «Τη αυτή ημέρα η Σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν». Επειδή γαρ, ως φαίνεται, εν τη ενδέκατη του Ιουνίου ηκολούθησε το τοιούτον θαυμάσιον τούτου χάριν οι τότε πατέρες, ετέλουν Σύναξιν, και Λειτουργίαν κατ’ ενιαυτόν, εις τον ρηθέντα λάκκον, τον επονομαζόμενον Άδειν, εις μνήμην του θαύματος, τιμώντες, και δοξάζοντες τον Αρχάγγελον Γαβριήλ· όστις, καθώς απ’ αρχής έως τέλους εστάθη ο ένθεος υμνολόγος της Θεοτόκου, και τροφεύς, και διακονητής, και χαροποιός αυτής ευαγγελιστής· ούτως υπηρέτησε και εις το να αποκάλυψη τον όντως Θεομητρικόν τούτον ύμνον, ως αυτώ μόνω κατά πάντα πρεπούσης της τοιαύτης διακονίας.

 

Και πάλαι μεν ο Δεσπότης των όλων Θεός, έδωκε τας δέκα εντολάς εις τους Εβραίους, γεγραμμένας με τον εαυτού δάκτυλον, επάνω εις τας δύω λιθίνας πλάκας. Τώρα δε ο Άρχων των του Θεού Αγγέλων, έδωκεν εις όλους τους ορθοδόξους, τον πλέον γλυκύτερον, και ερασμιώτερον ύμνον της Μητρός του Θεού, γεγραμμένον εις λιθίνην πλάκα με τον αρχαγγελικόν αυτού δάκτυλον.

 

«Βλέπε δε και πως επληρώθη η προφητεία του θείου Γαβριήλ, οπού είπεν, ότι να ψάλλωσι τον ύμνον τούτον όλοι οι ορθόδοξοι’ διά τιτόσον κοινός και τόσον ποθεινός εγένετο ο  Αρχαγγελοσύνθετος ούτος ύμνος εις όλους τους ορθοδόξους, ώστε όπου, και αυτά τα μικρά παιδάρια των Χριστιανών, ηξεύρουν και τον ψάλλουν μεγαλοφώνως την σήμερον, με μεγάλην χαράν της καρδίας των, εις δόξαν της Θεοτόκου· ης ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν  της βασιλείας των ουρανών.» Αμήν.

 

Ο ακριβής χρόνος της αγγελοφανείας

Για τον καθορισμό του χρόνου της αγγελοφανείας αυτής οδηγούμαστε από δύο σημαντικά στοιχεία:

 

α) Στην τυπωμένη ακολουθία του «Άξιον έστιν» αναφέρεται; «Το παρόν θαύμα εγένετο επί βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων, των και Πορφυρογεννήτων καλουμένων, υιών Ρωμανού του Νέου εν έτει σωτηρίω 980, Νικολάου δε Χρυοοβέργου πάτριαρχούντος, εν έτει από κτίσεως κόσμου στυγ». Το έτος όμως στυγ (=6490) αντιστοιχεί με το σωτήριον έτος 982 (και όχι με το 980). Οι αυτοκράτορες που μνημονεύονται είναι Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1025) και Κωνσταντίνος ο Η’ (1025-­1028).

 

β) Στο παραπάνω υπόμνημα αναφέρεται ότι το θαύμα έγινε ημέρα Κυριακή και ότι στα παλιά έντυπα μηναία η σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν αναγράφεται την 11η Ιουνίου. Επειδή, όπως φαίνεται, την 11η Ιουνίου έγινε το θαύμα αυτό, τότε η ημερομηνία αυτή πρέπει να αναζητηθεί στο 982. έτος που η 11η Ιουνίου συμπίπτει με ημέρα Κυριακή.

 

Η σύνθεση του ύμνου και η λειτουργική του χρήση

Το θεομητορικό μεγαλυνάριο «Άξιον έστιν» αποτελείται από δύο διακεκριμένους ύμνους, απ’ το αγγελοδίδακτο προύμνιο «Αξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν Σε την Θεο­τόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών» και από τον ειρμό της θ΄ ωδής του κανόνα της Μεγάλης Παρασκευής «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον Σε μεγαλύνωμεν», ποίημα του αγίου Κοσμά του Ποιητού (8ος  αι.).

 

Ο ύμνος πέρασε απ’ τα τέλη του 10ου  αιώνα σε λειτουργική χρήση και ψάλλεται στη θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου, όποια ημέρα κι αν τελείται αυτή, μετά την εκφώνηση «Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…» απ’ τον α΄ χορό, στον ήχο που ψάλθηκε και το Χερουβικό.  Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που «καταλίμπάνεται» και ψάλλεται άλλο αντ’ αυτού.

 

Ψάλλεται επίσης στον Όρθρο και στους δύο Παρακλητικούς κανόνες της Θεοτόκου και αναγιγνώσκεται στις ακολουθίες της Τραπέζης και του Μικρού  Αποδείπνου.

 

Κατά τήν τοπική αγιορείτικη παράδοση ο αρχάγγελος Γαβριήλ έψαλλε τον ύμνο σε ήχο β΄.

 

Η ακολουθία στην εικόνα του «Άξιον έστι»

Πλήρη ακολουθία στο «Άξιον έστι» φιλοπόνησε ο  λόγιος ιεροδιάκονος του Ρωσικού Κοινοβίου Βενέδικτος «εύλαβεία τη προς την Κυρίαν Θεοτόκον, αιτήσει των του Πρωτάτου  Εκκλησιαστικών, κατά το 1838».

 

Εκδόθηκε τέσσερεις φορές στην Αθήνα (1854, 1857, 1890, 1971) και μια στις Καρυές του Αγίου Όρους (1924).  Η μετάφρασή της στα σλαβονικά τυπώθηκε δύο φορές, μια στην Κωνσταντινούπολη (1861) και μια στη Θεσσαλονίκη (1910).

 

Ο κανόνας είναι γραμμένος σε ήχο δ΄. «Ανοίξω το στόμα μου», Στη θέση του συναξαρίου δημοσιεύεται το υπόμνημα του Πρώτου Σεραφείμ.

 

Τα δοξαστικά, που τονίστηκαν μουσικά, «αντεγράφηοαν διά χειρός Αβερκίου Μοναχού Αντιπροσώπου Ιεράς Μονής Ξενοφώντος εν έτει 1923».

 

Η λιτανεία της αγίας εικόνας

Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα γίνεται στον ιερό ναό του Πρωτάτου πανηγυρική θεία Λειτουργία και ακολουθεί μεγαλοπρεπέστατη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας στα όρια της σκήτης των Καρεών «μετά σκήπτρων και Θείων εικόνων, λαμπαδοφορουμένων ιερέων και διακόνων, μετά μανουολίων και μετά της του σύμπαντος μοναχικού ομηγύρεως ψαλ­λόντων της λαμπράς τα μελλίρυτα άσματα και ευωχίαν παρακλήσεως εν ειθισμένοις τόποις ποιούμενων».

 

Η λιτάνευση και περιφορά τηξς εικόνας γίνεται «διά την αγάπην την ιδικήν μας· ήτοι διά να αγιάζη τους οίκους μας· διά να ευλογή τους καρπούς μας· διά να διώκη κάθε βλαβερόν ζωύφιον από τους κήπους και αμπελώνας και δένδρα μας και τελευταίον, διά να καθαρίζη τον αέρα από κάθε νοσηράν αναθυμίασιν, και ούτω να ποιή αυτόν εύκρατον εις την υγείαν των σωμάτων μας».

 

Συμμετέχουν ο χοροστατών αρχιερεύς, η Ιερά Επι­στασία, οι πολιτικές αρχές και πλήθος κόσμου που συρρέει απ’ τα διάφορα μέρη του Όρους, απ’ τα μοναστήρια, απ’ τις σκήτες και ιδιαίτερα απ’ τα πέριξ των Καρεών κελλία, δείχνοντας έτσι τη θερμή ευλάβεια και το σεβασμό προς την Κοινή Προστάτιδα. Φρουρό και Φύλακα του Ιερού Τόπου Κυρία Θεοτόκο. Προπολεμικά ο αριθμός των ανθρώπων που ακολουθούσε τη λιτανεία περνούσε τις δύο χιλιάδες.

 

Η διαδρομή της λιτανείας απ’ αρχαιοτάτων χρόνων είναι καθορισμένη και στο Τυπικό της εκτίθεται με κάθε λεπτομέρεια. Στους διάφορους σταθμούς της λιτανείας γίνονται ποικίλες εκφωνήσεις και διάφορες ευχές προς αποτροπή νόσων και επιδημιών που επιπολάζουν στους ανθρώπους και στην καλλιεργούμενη φύση, καθώς και στα ζώα.

 

Το Τυπικό βρίσκεται γραμμένο σε τρία χειρόγραφα, που φυλάγονται στη βιβλιοθήκη του Πρωτάτου. Το πρώτο γράφτηκε μετά το 1508. Σ’ αυτό αναφέρεται πως η λιτανεία ξεκινάει απ’ την εκκλησία του Πρωτάτου και ακολουθεί τη διαδρομή: Ιβηριτικό κονάκι, πύργος του Μακρή, μονή Κουτλουμουσίου -όπου την υποδέχονται ό ηγούμενος και φορεμένοι ιερείς-, πύργος του Ραβδούχου, μονή του Αλυπίου, σταυρός του Χρυσοστόμου, σταυρός του αγίου Στεφάνου, σταυρός άνωθεν του πνευματικού παπά κυρ- Σάββα, σταυρός του Καπρούλη και του Ψαρά. σταυρός του μεγάλου Αντωνίου και του αγίου Βασιλείου, σταυρός Ζωγραφίτικος, μονή του αγίου Σάββα εις τον πύργον, Ξηροποταμηνό κονάκι και πάλι στη μεγάλη εκκλησία του Πρωτάτου.

 

Το δεύτερο γράφτηκε το 1851 από τον γνωστό ζωγράφο και εκκλησιάρχη του Πρωτάτου ιερομόναχο Μακάριο Γαλατσιάνο. Το τρίτο γράφτηκε το 1913 και είναι στην πραγματικότητα αντιγραφή του προηγούμενου.

 

Στα δύο τελευταία Τυπικά προστέθηκαν και μερικοί ακόμη σταθμοί της λιτανείας με ανάλογες εκφωνήσεις: Παντοκρατορινό κονάκι, σταυρός της σκήτης του αγίου Παντελεήμονος, Αγιοπαυλίτικο κονάκι. Ρωσικό κονάκι και «καινό Συνακτικό των Επιστατών». Δε διέρχεται όμως απ’ τον πύργο του Μακρή και ο σταυρός του Καπρούλη μνημονεύεται ως σταυρός του Κιοσκίου.

 

Ολοι οι μοναχοί έχουν πόθο να διαβεί η χαριτόβρυτη εικόνα κι από τα όρια των δικών τους κελλιών, για να τα ευλογήσει με το πέρασμά της. Σε κάθε κελλί διαβάζεται το σχετικό Ευαγγέλιο και ψάλλεται το τροπάριο του Αγίου, στο όνομα του οποίου τιμάται το κελλί.

 

Η λιτανεία μέχρι σήμερα συνεχίζεται να τελείται αδιάκοπα και παρά την πολύωρη πορεία την ακολουθούν πολλοί μοναχοί και λαϊκοί τιμώντας τη χάρη της και ζητώντας την ευλογία της, Στα παλιότερα χρόνια, επιστρέφοντας απ’ τη λιτανεία, μετά την τέλεση του Εσπερινού, πήγαιναν «άνω εις τα Κατηχούμενα, και εκεί ητοιμασμένης ούσης Τραπέ­ζης, εφιλεύοντο πάντες οι λιτανεύοντες αδελφοί, φιλία και παρακλήοει μεγάλη».

 

Θαύματα της εικόνας κατά τη λιτανεία

Στα παραπάνω Τυπικά μνημονεύονται και τα εξής εξαίσια σημεία που έδειξε ο Θεός:

 

Το έτος 1508 οι μοναχοί του Διονυσιάτικου κελλίου του αγίου Στεφάνου, την ώρα της λιτανείας, εγκατέλειψαν το κελλί, κρύφτηκαν και δεν υποδέχτηκαν την εικόνα της Θεοτόκου ούτε περιποιήθηκαν τους λιτανεύοντες μοναχούς. Το ίδιο βράδυ δυνατή βροχή και χαλάζι αφάνισαν τ’ αμπέλια τους, τα δένδρα και τους κήπους τους, ενώ των γειτόνων τους έμειναν «σώα και ευθαλή». Οι μοναχοί, συναισθανθέντες την αμαρτία τους, έσπευσαν στη μονή Διονυσίου και ανήγγειλαν το γεγονός στον άγιο Νήφωνα, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που βρισκόταν τότε εκεί.  Εκείνος τους επιτίμησε ανάλογα και την επόμενη χρονιά υποδέχτηκαν με τιμή την εικόνα, περιποιήθηκαν τους μοναχούς και πέφτοντας στη γη ζήτησαν συγχώρεση για την περσινή τους συμπεριφορά.

 

Και οι μοναχοί της μονής Κουτλουμουσίου δυο φορές δεν έλαβαν μέρος στη λιτανεία, λέγοντας ότι «ημείς μοναστήριον μέγιστον έσμεν, και οφείλομεν ιδίως λιτανεύειν, ως και τα άλλα μοναστήρια, και την αρχαίαν ταύτην παράδοσιν των πατέρων ου ποιούμεν». Και «ευθύς η οργή του Θεού ανέβη επ’ αυτούς». Την πρώτη φορά οι αλλόφυλοι τους έκαψαν το καράβι του μοναστηριού και τον αρσανά και τη δεύτερη η νεόδμητη τράπεζα του μοναστηριού μαζί με άλλα κτίσματα κατέπεσαν «αθρόως ως τα Ιεριχούντια τείχη».

 

Η εικόνα και το ελληνικό έθνος

Στις 3 Οκτωβρίου 1913 οι αγιορείτες μοναχοί, αφού έκαναν εκτενή δέηση με ολονύκτια αγρυπνία στο ναό του Πρωτάτου, συνέταξαν το μνημειώδες ψήφισμα «της αιωνίου και αδιάσπαστου ενώσεως μετά της Μητρός  Ελλάδος», το οποίο υπέγραψαν οι ηγούμενοι και προϊστάμενοι των μοναστηριών, αφού πρώτα έβαζαν τρεις μετάνοιες μπροστά στην «εφέστιο των εφεστίων» εικόνα του Αγίου Όρους και κατασπάζονταν με βαθύτατη συγκίνηση και δάκρυα την πανάχραντο Δέσποινα και έφορο του Άθω. Το έγγραφο αυτό καθαρογράφτηκε, σφραγίστηκε απ’ τη Κοινότητα και τα μοναστήρια και στάλθηκε το μεν πρωτότυπο στον βασιλέα Κωνσταντίνο, «τον επί του Αγίου Όρους διάδοχον των αοιδίμων Αυτοκρατόρων, των ιδρυτών των ιερών μονών», αντίγραφα δε στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, σε όλες τις κυβερνήσεις των  Ορθοδόξων κρατών και στα μέλη «της εν Λονδίνω Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως».

 

Η εικόνα του «Άξιον έστι» τυπώθηκε και στις επίσημες ομολογίες του εθνικού αγιορείτικου δανείου του 1931, μετά την ανεκτίμητη προσφορά απ’ τα μοναστήρια του μεγαλύτερου μέρους των αγιορείτικων μετοχίων προς αποκατάσταση των ακτημόνων και των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.

 

Το 1963, με αφορμή τον επίσημο εορτασμό της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, η πάνσεπτη εικόνα με απόφαση της  Ιεράς Κοινότητος και με τη συνοδεία μητροπολιτών, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, των αντιπροσώπων των μονών, των διακονητών του Πρωτάτου κ.ά. μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου την υποδέχτηκαν με εξαιρετικές τιμές, βαθύτατη ευλάβεια και συγκίνηση. Πλήθος πιοτών της πρωτεύουσας είχαν έτσι την ευκαιρία να προσκυνήσουν τη σεβάσμια και ιστορική εικόνα, που για πρώτη φορά έβγαινε από το ιερό λίκνο της.

 

Στην εκκλησία του Πρωτάτου γίνονται ημέρα και νύκτα οι ακολουθίες και συνεχίζονται αδιάκοπα οι παρακλήσεις και δεήσεις των μοναχών προς την Καρεώτισσα Θεοτόκο.

 

Οι ευλαβείς χριστιανοί απ’ την  Ελλάδα και το εξωτερικό στέλνουν ονόματα για μνημονεύσεις και λειτουργίες. Ο μεγάλος αριθμός των προσκυνητών, που καθημερινά έρχεται στις Καρυές για την έκδοση του διαμονητηρίου, παίρνει την ευλογία της αγίας Πρωταΐτισσας.

 

Οι πολλές δημοσιεύσεις του υπομνήματος, οι εκδόσεις της ακολουθίας, το πλήθος των αντιγράφων και ιδιαίτερα η εξαιρετική διάδοση του αγγελοδίδακτου ύμνου του «Άξιον έστιν» έκαναν σ’ όλο τον κόσμο γνωστή την εικόνα.

 

πηγή: Ιουστίνου ιερομ. Σιμωνοπετρίτου, «Άξιον Εστιν» – Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου, Αγιορείτικα τετράδια 1

 

Άξιον εστίν ως αληθώς
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,
την αειμακάριστον και παναμώμητον
και μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ
και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ
την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν,
την όντως Θεοτόκον,
Σε μεγαλύνομεν.

Η Παναγία η Κουκουζέλισσα είναι θαυματουργή Eικόνα, η οποία βρίσκεται στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, στο Άγιον Όρος. Ενώπιόν της ετελείτο από πολύ παλιά στη Λαύρα η Αγρυπνία του Σαββάτου του Ακαθίστου Ύμνου. Τον 12 αιώνα στο Δυρράχιο της Αλβανίας, κατοικούσε μια χήρα, βουλγαρικής καταγωγής, μαζί με το γιο της, που λεγόταν Ιωάννης. Ήταν ευφυέστατος ο Ιωάννης και είχε ζήλο για τα γράμματα και τον μοναχικό βίο, αλλά ήταν πολύ φτωχός.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Κουκουζέλισσα

Εμαθήτευσε στην Αυτοκρατορική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως και εκεί τον αγαπούσαν όλοι για τα έξοχα χαρίσματα και τις αρετές του. Αρίστευσε στα γράμματα. Τον ονόμασαν Κουκουζέλην, διότι, όταν τον ερωτούσαν τι έτρωγε, αυτός απαντούσε πάντοτε Κούκον, και ζέλια δηλαδή κουκιά και χόρτα. Ο Αυτοκράτωρ Κομνηνός τον προσέλαβε στα ανάκτορά του ως μουσικόν, δια την έξοχην και γλυκύτατη φωνή του. Ο Ιωάννης, παρά τις τιμές που απελάμβανε εις τα αυτοκρατορικά ανάκτορα, ελυπείτο. Ήθελε να μονάση. Ήταν ησυχαστής. Ήθελε να αφιερωθεί μακράν της τύρβης «μόνος μόνω Θεώ».

 

Ο πόθος αυτός έγινε μεγαλύτερος, όταν ο Αυτοκράτωρ θέλησε να τον νυμφεύση. Τότε συνέπεσε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη ο Ηγούμενος της Ι.Μ. Λαύρας του Αγίου Όρους. Ο Ιωάννης είπε εις αυτόν τον πόθον του και ο Ηγούμενος τον ενίσχυσε. Όταν ο Ηγούμενος ανεχώρησε δια το Άγιον Όρος, ο Κουκουζέλης, για να μη τον αναγνωρίσουν και του απαγορεύσουν την αναχώρησιν, μεταμφιέσθη και έλαβε την άγουσαν δια το Άγιον Όρος. Έφυγε δε πεζός και έφθασε εις την Αίνον της Θράκης και από εκεί εταξίδευσε μέχρι το Άγιον Όρος δια πλοιαρίου. Πάντα ταύτα έγιναν δια να μη τον πάρουν είδηση και τον ανακαλέση ο Αυτοκράτωρ.

 

Παρουσιάστηκε στον Ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας, του είπε, ότι εξασκούσε το επάγγελμα του βοσκού και του εζήτησε να τον προσλάβη μοναχό. Ο Ηγούμενος δεν ανεγνώρισε τον μεταμφιεσμένο νέο και δεν θέλησε να τον δεχθή ως μοναχό, δια το νεαρόν της ηλικίας του. Βλέποντας όμως την επιμονή του νέου τον έστειλε να βόσκη τράγους στα βραχόβουνα του Άθω. Ο Αυτοκράτωρ τον ανεζήτησε παντού, ακόμη και στο Άγιον Όρος, αλλά δεν μπόρεσε να τον βρεί. Ο Ιωάννης στην ερημιά του βουνού, ικανοποίησε τις τάσεις της ψυχής του, δηλαδή να βρεθεί «μόνος μόνω Θεώ».

 

Κάποτε ένας ερημίτης ησυχαστής είδε από το σπήλαιο του, τον βοσκό ακουμπισμένο στην ποιμαντική ράβδο να ψάλλη ανύποπτος θαυμάσια τροπάρια προς την Παναγία. Ήταν τόση η μελωδικότης της φωνής του, ώστε και τα ζώα σταματούσαν την βοσκή και άκουαν τον υπέροχο ψάλτη. Ο ερημίτης ανέφερε το γεγονός αυτό εις τον Ηγούμενον, ο οποίος και εκάλεσε τον βοσκό. Ο Κουκουζέλης από τις κακουχίες και τις ασκήσεις είχε αποσκελετωθεί και το μόνον, που του είχε απομείνει, ήταν η ωραιότης της φωνής του. Ως ήτο επόμενον ο Ηγούμενος δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίση. Τότε αυτός αναγκάσθηκε να φανερώση εις τον Ηγούμενο ποιος ήταν.

 

στερα από όλα αυτά ο Ηγούμενος πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Παρουσιάστηκε στον Αυτοκράτορα, του είπε, πως ο Κουκουζέλης έγινε μοναχός και τον παρεκάλεσε να του επιτρέψη να παραμείνει στο Μοναστήρι. Ο Αυτοκράτορας συγκατένευσε, εφ’ όσον ο Ιωάννης είχε γίνει πλέον μοναχός και εζήτησε να προσεύχεται υπέρ της σωτηρίας της ψυχής του. Ο Ιωάννης έμεινε πλέον εις την Μονήν. Έκτισε πλησίον της Μονής ένα κελί και ένα εκκλησάκι των Αρχαγγέλων. Τις 6 ημέρες της εβδομάδας μελετούσε, προσευχόταν και ησκείτο εις το κελί του, την δε Κυριακή πήγαινε και έψαλλε στη Μονή.

 

Ένα Σάββατο, που εψάλλετο ο Ακάθιστος Ύμνος, είχαν φύγει όλοι οι μοναχοί από την Εκκλησία. Ο Ιωάννης έμεινε μόνος και τελευταίος. Από τις κακουχίες και τις αϋπνίες κατελήφθη από νύστα και ένα είδος νάρκης.

 

Άκουσε τότε μια φωνή να του λέει σιγανά:

 

-Χαίρε Ιωάννη! Και είδε μπροστά του το ίνδαλμα της Παρθένου.
-Χαίρε και πάλιν Ιωάννη, άκουσε για δεύτερη φορά. Ρίγος επέρασε το κορμί του, αλλά δεν ξύπνησε.
-Ψάλλε μου, του είπε η φωνή για Τρίτη φορά, και εγώ δεν θα σε εγκαταλείψω. Συγχρόνως, η οπτασία έβαλε στην παλάμη του ένα νόμισμα και έγινε άφαντη.

 

Συνήλθε τότε ο Κουκουζέλης και είδε στην παλάμη του το νόμισμα! Το νόμισμα εκείνο, οι Πατέρες κατόπιν, το ανήρτησαν στην Εικόνα, την οποίαν έκτοτε ονομάζουν Κουκουζέλισσαν. Η Εικόνα αυτή κάμνει πολλά θαύματα, και το νόμισμα επίσης θαυματουργεί. Ο Ιωάννης μετά ταύτα, έκαμε περισσότερη προσευχή και υμνούσε την Παρθένον. Τόση ήταν η ορθοστασία του, ώστε, κατά την παράδοσιν, εσάπισαν τα πόδια του και έβγαλαν σκουλήκια. Αλλά ο Ιωάννης επίστευε ακραδάντως και ένα βράδυ είδε και πάλιν στον ύπνο του την Παναγία, η οποία του είπε:

 

-Από σήμερα θα είσαι υγιής. Και πράγματι! Έγινε υγιής!

 

Αλλά οι στερήσεις και οι ασκήσεις δια την σωτηρίαν της ψυχής του έπρεπε να τελειώσουν και ο Ιωάννης προείδε τον θάνατό του. Εκάλεσε τότε στο κελί του τους Μοναχούς και τους εζήτησε συγχώρεσι. Έψαλλε ένα τροπάριον στην Παναγία και παρέδωσε το πνεύμα του. Η Εικόνα της Κουκουζελίσσης βρίσκεται σήμερον εις το παρεκκλήσιον της Μονής, το ευρισκόμενο πλησίον της Πύλης. Είναι αναμμένες μπροστά της τρεις κανδήλες ακοίμητες.

Η εικόνα αυτή φιλοτεχνήθηκε σε ανάμνηση των λόγων  της Θεοτόκου προς τον ιδρυτή της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ότι αυτή θα είναι εκείνη που θα μεριμνά στο εξής για την υλική συντήρηση της μονής και να μην ονομάζεται άλλος «οικονόμος» στη Λαύρα, γιατί αυτή θα είναι η “Οικονόμισσα” σ’ αυτήν. Πράγματι μέχρι σήμερα ο μοναχός που είναι επιφορτισμένος με το ανάλογο διακόνημα στην Λαύρα δεν ονομάζεται «οικονόμος», αλλά «παραοικονόμος», δηλαδή βοηθός οικονόμου. Η εικόνα, που παριστάνει συνολικά 14 πρόσωπα που έχουν σχέση με τη μονή και την ίδρυσή της, βρίσκεται στην Λιτή αριστερά της κεντρικής εισόδου προς το καθολικό μέσα σε ξύλινο προσκυνητάρι. Εορτάζει στις 12 Αυγούστου.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Οικονόμισσα

Παράδοση – Ιστορικό

Ὅταν κτιζόταν ἡ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας, οἱ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρος καὶ Τσιμισκὴς εἶχαν δώσει πλούσιες δωρεὲς στὸν ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη, τὸν κτίτορα τῆς Μονῆς. Σὲ κάποια στιγμὴ ποὺ τὰ χρήματα εἶχαν τελειώσει χωρὶς ὅμως νὰ ἔχουν ὁλοκληρωθεῖ οἱ ἐργασίες , ὁ Ἀθανάσιος βάδιζε προβληματισμένος, ὅταν μπροστὰ του βλέπει μία γυναίκα ποὺ τοῦ εἶπε:» Ἐγὼ εἶμαι ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου σου! Μὴν ἀνησυχεῖς γιὰ τὸ πῶς θὰ τελειώσεις τὸ Μοναστήρι. Γὕρνα πίσω καὶ θὰ βρεῖς τὶς ἀποθῆκες γεμάτες λάδι, κρασί, σιτηρὰ καὶ ὅ,τι χρειάζεσαι. Μὴν τολμήσεις ὅμως ποτὲ νὰ βάλεις Οἰκονόμο στὴν Μονή, γιατί ἐγὼ θὰ εἶμαι Οἰκονόμος τῆς Μονῆς καὶ θὰ φροντίζω γιὰ σᾶς. Ἐσεῖς νὰ μὴν ἀμελεῖτε τὶς μοναχικές σας ὑποχρεώσεις». Αὐτὰ εἶπε καὶ χάθηκε. Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ἐπέστρεψε στὴν Μονὴ καὶ βρῆκε τὶς ἀποθῆκες γεμάτες, ὅπως ὑποσχέθηκε ἡ Παναγία. Σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος ἔφτιαξαν μίαν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Οἰκονόμισσας μέσα στὴν Μονὴ ὅπου καίει μπροστὰ της ἀκοίμητη κανδήλα, ἐνῶ καὶ στὸ μέρος ὅπου ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος συνάντησε τὴν Παναγία καὶ θαυματουργικὰ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὸν βράχο νερό, ὡς σημεῖο τῆς εὐλογίας τῆς Παναγίας, ὑπάρχει ἕως σήμερα ἁγίασμα ἰαματικό, ποὺ λαμβάνουν οἱ προσκυνητὲς στὸν δρόμο τους γιὰ τὴν Μεγίστη Λαύρα.

 

Η εικόνα αυτή ζωγραφίστηκε σε ανάμνηση των λόγων της Θεοτόκου προς τον ιδρυτή της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ότι αυτή θα είναι εκείνη που θα μεριμνά στο εξής για την υλική συντήρηση της μονής και να μην ονομάζεται άλλος “οικονόμος” στη Λαύρα, γιατί αυτή θα είναι η “Οικονόμισσα” σ’ αυτήν. Πράγματι μέχρι σήμερα ο μοναχός που είναι επιφορτισμένος με το ανάλογο διακόνημα στην Λαύρα δεν ονομάζεται “οικονόμος”, αλλά “παραοικονόμος”, δηλαδή βοηθός οικονόμου. Η εικόνα, που παριστάνει συνολικά 14 πρόσωπα που έχουν σχέση με τη μονή και την ίδρυσή της, βρίσκεται στην Λιτή αριστερά της κεντρικής εισόδου προς το καθολικό μέσα σε ξύλινο προσκυνητάρι.

Ανεβαίνοντας τη σκάλα που βρίσκεται στα αριστερά της κεντρικής πύλης του καθολικού της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου υπάρχει  παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Παναγία την Παραμυθία. Μέσα σ’ αυτό μεταφέρθηκε μετά την τέλεση του θαύματος, που θα περιγράψουμε, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, τοιχογραφία του 14ου αι. που βρισκόταν άλλοτε στη  δεξιά άκρη τοῦ εξωνάρθηκα.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Παραμυθιά

ΙΣΤΟΡΙΚΟ – ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Παλαιά υπήρχε η συνήθεια, βγαίνοντας οι πατέρες από το Καθολικό, μετά το τέλος της ακολουθίας του Όρθρου, να ασπάζονται την εικόνα της Παναγίας που υπήρχε στον εξωνάρθηκα. Εκεί ο Ηγούμενος έδινε τα κλειδιά της κλεισμένης για τις βραδυνές ώρες πύλης της Μονής στον θυρωρό για να ανοίξει. Κάποια χρονιά, αρχές του 14ου αι., στις 21 Ἰανουαρίου, τελείωσε ο Όρθρος. Οι πατέρες αποσύρθηκαν στα κελλιά τους για να αναπαυθούν, μέχρι να αρχίσουν τα καθημερινά τους διακονήματα. Τότε θα ανοιγόταν και η πύλη της Μονής. Δεν γνώριζαν ότι έξω από αυτήν παραμόνευαν πειρατές,- τότε ήταν μάστιγα στο Αιγαίο πέλαγος-, που την είχαν περιλυκλώσει, έτοιμοι να εισβάλλουν για να καταστρέψουν τα πάντα.

 

Στο ναό βρισκόταν μόνος ο Ηγούμενος, αφοσιωμένος στην προσευχή του. Πετάχτηκε ξαφνικά ακούοντας μια φωνή, που δεν έμοιαζε με φωνή ανθρώπου. Έντρομος κοίταξε γύρω του. Δεν είδε κανένα. Έξάλλου κανένας δεν ήταν μέσα στό ναό. Και όμως κάποιος μίλησε. Συγκέντρωσε την προσοχή του και γεμάτος φόβο κατάλαβε ότι η φωνή προερχόταν από την εικόνα της Θεομήτορος. Με ευλάβεια τέντωσε το αυτί του για να ακούσει. Άκουσε τότε τη φωνή της Παναγίας να λέει: «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλά αφού ανεβείτε στα τείχη, να διώξετε τους πειρατές».

 

Κατάπληκτος ο Ηγούμενος προσήλωσε τα μάτια του στην εικόνα της Θεοτόκου. Αντίκρυσε τότε ένα εκπληκτικό θαύμα. Η μορφή της Παναγίας ήταν ζωντανή. Το βρέφος Ιησούς που κρατούσε στα χέρια της πήρε και αυτό ζωή. Κίνησε το δεξί του χέρι και έκλεισε το στόμα της αγίας Μητέρας του, στρέφοντας προς αυτήν το φωτεινό πρόσωπό του. Μια γλυκιά παιδική φωνή ακούστηκε να λέει: «Μη,  Μητέρα μου, μην τους το λες. Άφησε τους να τιμωρηθούν, όπως τους αξίζει, γιατί αμελούν τα μοναχικά τους καθήκοντα».

 

Τότε η Κυρία Θεοτόκος με μεγάλη μητρική παρρησία  προς τον μονογενή Υιόν της, σήκωσε ελαφρά το χέρι, συγκράτησε το χεράκι του, έκλινε λίγο προς τα δεξιά το θείο της πρόσωπο και επανέλαβε πιο έντονα : «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλά αφού ανεβείτε στα τείχη, να διώξετε τους πειρατές…Και κοιτάξτε να μετανοήσετε, γιατί ο Υιός μου είναι οργισμένος μαζί σας». Επανέλαβε δε και για τρίτη φορά την προειδοποίηση: «Σήμερα, μην ανοίξετε την πύλη της Μονῆς…». Μετά το διάλογο η Κυρία Θεοτόκος και το Πανάγιο Βρέφος της αποκαταστάθηκαν πάλιν σαν εικόνα.

 

Ο Ηγούμενος γεμάτος θαυμασμό συγκάλεσε όλους τους Πατέρες, διηγήθηκε σ’ αυτούς τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν και τους επανέλαβε τα λόγια που είχε ακούσει από τα χείλη της Παναγίας και του Θείου Βρέφους προς την Μητέρα του. Όλοι με κατάπληξη στράφηκαν προς το μέρος της θαυματουργού εικόνας. Και η κατάπληξη τους αυξήθηκε. Η παράσταση της εικόνας ειχε μεταμορφωθεί. Η σύνθεση μεταβλήθηκε ολοκληρωτικά και δεν έμοιαζε καθόλου με την παλαιά εικόνα. Διατηρήθηκε η μορφή όπως φαίνεται σήμερα. Η Παναγία να κρατά το χέρι του Χριστού κάτω από το στόμα της και να κλίνει το κεφάλι της δεξιά για να το αποφύγει. Η έκφραση του προσώπου της είναι γεμάτη απέραντη επιείκεια, αγάπη, συμπάθεια και μητρική στοργή. Ο Χριστός παρόλο που παριστάνεται ως βρέφος έχει αυστηρό πρόσωπο ως Κριτής.

 

Η εικόνα αυτή είναι πράγματι αχειροποίητος, διότι κατασκευάστηκε στη μορφή που είναι σήμερα, όχι από ανθρώπινο χέρι, αλλά από τη Χάρη του Θεού, μετά τη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας μας για τη διάσωση της Μονής. Ονομάστηκε «Παναγία Παραμυθία», δηλαδή Παρηγορήτρια. Και δικαίως· διότι όπως λένε οι προσκυνητές της Μονής, που δεν χορταίνουν να την βλέπουν, η θέα της γλυκιάς έκφρασης του προσώπου της Παναγίας ξεκουράζει, αναπαύει, γαληνεύει και παρηγορεί τη ψυχή του ανθρώπου.

 

Με το θαύμα αυτό φανερώνεται για άλλη μια φορά η μητρική παρρησία της Θεοτόκου στο να μεσιτεύει για τις αμαρτίες των ανθρώπων «προς τον Υιόν και Θεόν της» και οι σωτήριες πρεσβείες της με τις οποίες απαλάσσονται από τα δεινά που δίκαια τους αξίζουν για το πλήθος των αμαρτιῶν τους. Η εικόνα μεταφέρθηκε στο ιδιαίτερο παρεκκλήσιο της Παραμυθίας. Μπροστά σ’ αυτήν οι μοναχοί διατηρούν ακοίμητο κανδήλι, ψάλλουν καθημερινά Παράκληση και τελείται κάθε Παρασκευή Θεία Λειτουργία. Παλαιότερα υπήρχε η συνήθεια οι κουρές των μοναχών να γίνονται σ’ αυτό το παρεκκλήσιο.
Με αυτή την εικόνα συνδέεται και ο βίος του Ὁσίου Νεοφύτου, ο οποίος διετέλεσε «προσμονάριος», δηλαδή φύλακας και διακονητής του παρεκκλησίου  της  Παραμυθίας.

 

Ο Ὅσιος βρισκόταν σε αποστολή και υπηρεσία εκ μέρους της Μονής για ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μετόχι της, στην Εύβοια. Εκεί αρρώστησε βαρειά. Παρακάλεσε τότε την Παναγία να τον αξιώσει να πεθάνει στη μονή της μετανοίας του. Άκουσε αμέσως τη φωνή της Παναγίας να του λέει: «Νεόφυτε, πήγαινε στη μονή σου και μετά από ένα χρόνο να ετοιμασθείς για την έξοδο σου από τη ζωή». Ευχαριστώντας θερμά την Παναγία ο Όσιος για την παράταση της ζωής που του δόθηκε, είπε στον υποτακτικό του να ετοιμασθούν για την επιστροφή στη μονή.

 

Πράγματι, μετά την παρέλευση ενός έτους, μια μέρα αφού κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια, ανεβαίνοντας τη σκάλα μπροστά από το παρεκκλήσιο της Παραμυθίας, άκουσε πάλι τη φωνή της Παναγίας: «Νεόφυτε, ο καιρός της εξόδου σου έφθασε». Όταν πήγε στο κελλί του αδιαθέτησε και αφοῦ έλαβε συγχώρηση από όλους τους πατέρες της αδελφότητας, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.

Για την εικόνα αυτή διηγούνται ότι πληγώθηκε από το μαχαίρι ενός δύστροπου ιεροδιάκονου και εκκλησιάρχη (επιμελητή της εκκλησίας, νεωκόρου), ο οποίος εξαιτίας δήθεν του διακονήματος του έφθανε πάντοτε καθυστερημένος στην Τράπεζα. Σε μια παρόμοια περίπτωση ο τραπεζάρης (υπεύθυνος της τραπεζαρίας) αγανακτησμένος αρνήθηκε να του δώσει φαγητό. Οι ταραγμένοι και οργισμένοι λογισμοί του εκκλησιάρχη στράφηκαν εναντίον της Θεοτόκου, που ενώ αυτός την υπηρετούσε, αυτή δε μεριμνούσε ούτε για την τροφή του. Από την πληγή αυτή ξεπετάχθηκε αίμα, το πρόσωπο της Παναγίας χλώμιασε,  ενώ ο ιεροδιάκονος τυφώθηκε και έπεσε κάτω φρενόληπτος από τον έλεγχο της συνείδησης μένοντας στην κατάσταση αυτή τρία χρόνια. Τότε χάρη στις προσευχές του ηγουμένου και της αδελφότητας η Παναγία εμφανίστηκε στον ηγούμενο και ανάγγειλε τη θεραπεία του.

 

Ο εκκλησιάρχης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σ’ ένα στασίδι απέναντι από την εικόνα θρωνώντας το φοβερό αμάρτημά του και πριν πεθάνει πήρε την συγχώρηση από την ίδια την Παναγία, που του ανάγγειλε όμως, όπως προηγουμένως και στον ηγούμενο, ότι το βλάσφημο χέρι του θα υφίστανταν παραδειγματική τιμωρία μετά θάνατον. Πράγματι μέχρι σήμερα φυλάσσεται άλυωτο και κατάμαυρο κοντά στην εικόνα που είναι τοποθετημένη στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του αγίου Δημητρίου.

 

Η θαυματουργή αυτή εικόνα είναι τοιχογραφία του 14ου αιώνα και βρίσκεται στο νάρθηκα του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου, το οποίο είναι ενσωματωμένο εις το Καθολικόν της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου. Για το ιστορικό της εικόνας αυτής γράφονται σε χειρόγραφο του 17ου αιώνα, που επιγράφεται «Προσκυνητάριον του Βατοπαιδίου» εις το κεφάλαιον «Περί της ιεράς Εικόνος της Εσφαγμένης και του παρ’ αυτής εξαισίου τερατουργήματος» τα εξής:

 

«Ο τότε υπηρέτης της Εκκλησίας και ιεροδιάκονος, μίαν των ημερών, όντας κοπιασμένος από μίαν προλαβούσαν αγρυπνίαν, αφού ετελείωσε και το έργον της υπηρεσίας του, υπήγεν εις τον τραπεζάρην του καιρού εκείνου ζητώντας του ολίγον ψωμί και κρασί διά να θεραπεύση την πείναν οπού βιαίως τον ενοχλούσεν. Αλλ’ ο τραπεζάρης θυμωθείς διά το παράκαιρον ζήτημα απεδίωξεν αυτόν άδιδον ονειδίζωντάς τον ως αδιάκριτον και κοιλιόδουλον, οπού τον ενοχλούσεν παράκαιρα. Τότε ο διάκονος οργισθείς κατά του τραπεζάρη και μην ημπορώντας τί να του κάμη εις εκδίκησην, εγύρισεν εις την εκκλησίαν θυμωμένος και κρατώντας το μαχαίριον εις το χέρι του έλεγεν, ματαίως και εύκαιρα κοπιάζω υπηρετώντας και κοπιάζωντας κάθε ημέραν φιλοκαλώντας και διακονών εις την εκκλησίαν ταύτην, ημέραν και νύκτα και ούτε κάν ψωμί και ολίγον κρασί δεν μου δίνουσι να θεραπεύσω την πείνα μου. Και ταύτα λέγοντας, κινούμενος δε και εξ ενεργείας του διαβόλου και ερχόμενος έως έμπροσθεν αυτής της εικόνος εσήκωσε το μαχαίρι, και με χέρι τολμηρόν και ανόσιον, εκτύπησε την αγίαν ταύτην εικόνα εις το δεξιόν μάγουλον πλησίον του οφθαλμού, και ευθύς – ω των θαυμασίων σου Πανύμνητε Δέσποινα – ήνοιξε πληγή και ανέβλυσεν ωσάν από ζωντανόν σώμα αίμα πολύ (και από τότε την ωνόμασαν Εσφαγμένην). Και κτυπώντας του το αίμα εις τους οφθαλμούς ετυφλώθη τελείως ο δύστηνος και βλέποντας ο ταλαίπωρος τοιούτον παράδοξον τέρας έμεινε κλαίων τοιαύτην παρανομίαν και οδυνώμενος έπεσεν εκεί εις στο έδαφος, ενώπιον της αγίας εικόνος και εθρήνει απαρηγόρητα, κτυπώντας την κεφαλήν εις τα μάρμαρα και ήλεγχεν τον εαυτόν του ως φονέα και παράνομον και άξιον μυρίων θανάτων.

 

Λεπτομέρεια του προσώπου της «Εσφαγμένης»

Και μέτ’ ολίγην ώραν έγινε φανερόν εις όλους τους πατέρας της Μονής τούτο το παράδοξον τερατούργημα και έδραμον όλοι τους και είδαν οφθαλμοφανώς και την πληγήν του μαχαιρίου και το αίμα οπού εχύθη από την αγίαν εικόνα ακόμη υγρόν και το μαχαίρι αιματωμένον και τον εικονοκτόνον διάκονον κατά γής κείμενον και κατηγορούντα τον εαυτόν του ως ένοχον θανάτου και τρέμοντα ως σεληνιαζόμενον και παραλαλούντα ως δαιμονιζόμενον και την μορφήν της ιεράς εκείνης εικόνος μεταμορφωμένην και αχνήν ομοίαν ανθρώπου φονευμένου και εξεπλάγησαν και από τον φόβο τους έμειναν άπαντες εκστατικοί.

 

Τότε ο ηγούμενος με όλην την αδελφότητα έψαλλαν ολονυκτίους αγρυπνίας, δεήσεις τε και παρακλήσεις προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον ίνα εξιλεώσει τον δίκαιόν Της θυμόν και να θεραπεύσει η ευσπλαχνία Της το τοιούτον τολμηρόν παρανόμημα οπού ο δυστυχής εκείνος διάκονος έπραξε. Και ούτω μετά πολλάς ημέρας ύστερον εισηκούσθη η δέησις αυτών και εφάνη η Παντάνασσα Θεοτόκος εις οπτασίαν τώ ηγουμένω λέγουσα ότι αφέθη η αμαρτία τώ διακόνω και εθεραπεύθη από τον σεληνιασμόν οπού τον εσπάραττεν. Εκείνος δε ο άθλιος ποιήσας στασίδιον ενώπιον της ιεράς εκείνης εικόνος εστήκετον εκεί αεννάως, χρόνους τρεις ολοκήρους, κλαίων και οδυρόμενος την μεγάλην του ανομίαν, έως οπού και αυτός ήκουσε παρά της αυτής ελεούσης εικόνος (ήτις εχάρισεν αυτώ και το φως των οφθαλμών) το «αφέθη η αμαρτία σου» όμως το τολμηρόν σου χέρι να μείνει ξηρόν επί ζωής σου και μετά θάνατον άλυτον».

 

Το οποίον και εσυνέβη και μετά την αυτού κοίμησιν, το μέν σώμα αυτού διελύθη όλον, η δε πάντολμος χείρ αυτού έμεινεν άσηπος και κατάξηρος. Και φαίνεται έως της σήμερον εις ένα κουβούκλιον, ήτοι συρτάριον, υποκάτωθεν της αγίας ταύτης εικόνος, μαρτυρούσα προφανώς το τότε θαυμάσιον το δε εκχυθέν αίμα φαίνεται εις το πρόσωπον επάνω εις την πληγήν έως της σήμερον. Η Εικών αύτη πηγάζει ιάσεις και θεραπείας καθ’ εκάστην εις τους προστρέχοντας μέτ’ ευλαβείας προς αυτήν, δεικνύουσα ότι η τιμή της εικόνος διαβαίνει εις το πρωτότυπον, παρά του οποίου έρχεται η αγιαστική χάρις εις τους ευλαβείς και ούτω εξεναντίας η θεία δίκη παιδεύει τους ατάκτους και ανευλαβείς των ιερών εικόνων, εις παράδειγμα και σωφρονισμόν των μεταγενεστέρων και δόξαν της Θεομήτορος. Ανάπτει Δε έμπροσθεν αυτής αεννάως κανδήλιον αργυρούν εν, και λαμπάς ακοίμητος».

(Από το χειρόγραφο κώδικα 293 της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου του ΙΖ’ αιώνος)

 

Και μέτ’ ολίγην ώραν έγινε φανερόν εις όλους τους πατέρας της Μονής τούτο το παράδοξον τερατούργημα και έδραμον όλοι τους και είδαν οφθαλμοφανώς και την πληγήν του μαχαιρίου και το αίμα οπού εχύθη από την αγίαν εικόνα ακόμη υγρόν και το μαχαίρι αιματωμένον και τον εικονοκτόνον διάκονον κατά γής κείμενον και κατηγορούντα τον εαυτόν του ως ένοχον θανάτου και τρέμοντα ως σεληνιαζόμενον και παραλαλούντα ως δαιμονιζόμενον και την μορφήν της ιεράς εκείνης εικόνος μεταμορφωμένην και αχνήν ομοίαν ανθρώπου φονευμένου και εξεπλάγησαν και από τον φόβο τους έμειναν άπαντες εκστατικοί. Τότε ο ηγούμενος με όλην την αδελφότητα έψαλλαν ολονυκτίους αγρυπνίας, δεήσεις τε και παρακλήσεις προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον ίνα εξιλεώσει τον δίκαιόν Της θυμόν και να θεραπεύσει η ευσπλαχνία Της το τοιούτον τολμηρόν παρανόμημα οπού ο δυστυχής εκείνος διάκονος έπραξε.

 

Και ούτω μετά πολλάς ημέρας ύστερον εισηκούσθη η δέησις αυτών και εφάνη η Παντάνασσα Θεοτόκος εις οπτασίαν τώ ηγουμένω λέγουσα ότι αφέθη η αμαρτία τώ διακόνω και εθεραπεύθη από τον σεληνιασμόν οπού τον εσπάραττεν. Εκείνος δε ο άθλιος ποιήσας στασίδιον ενώπιον της ιεράς εκείνης εικόνος εστήκετον εκεί αεννάως, χρόνους τρεις ολοκήρους, κλαίων και οδυρόμενος την μεγάλην του ανομίαν, έως οπού και αυτός ήκουσε παρά της αυτής ελεούσης εικόνος (ήτις εχάρισεν αυτώ και το φως των οφθαλμών) το «αφέθη η αμαρτία σου» όμως το τολμηρόν σου χέρι να μείνει ξηρόν επί ζωής σου και μετά θάνατον άλυτον». Το οποίον και εσυνέβη και μετά την αυτού κοίμησιν, το μέν σώμα αυτού διελύθη όλον, η δε πάντολμος χείρ αυτού έμεινεν άσηπος και κατάξηρος.

 

Και φαίνεται έως της σήμερον εις ένα κουβούκλιον, ήτοι συρτάριον, υποκάτωθεν της αγίας ταύτης εικόνος, μαρτυρούσα προφανώς το τότε θαυμάσιον το δε εκχυθέν αίμα φαίνεται εις το πρόσωπον επάνω εις την πληγήν έως της σήμερον. Η Εικών αύτη πηγάζει ιάσεις και θεραπείας καθ’ εκάστην εις τους προστρέχοντας μέτ’ ευλαβείας προς αυτήν, δεικνύουσα ότι η τιμή της εικόνος διαβαίνει εις το πρωτότυπον, παρά του οποίου έρχεται η αγιαστική χάρις εις τους ευλαβείς και ούτω εξεναντίας η θεία δίκη παιδεύει τους ατάκτους και ανευλαβείς των ιερών εικόνων, εις παράδειγμα και σωφρονισμόν των μεταγενεστέρων και δόξαν της Θεομήτορος. Ανάπτει Δε έμπροσθεν αυτής αεννάως κανδήλιον αργυρούν εν, και λαμπάς ακοίμητος».

(Από το χειρόγραφο κώδικα 293 της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου του ΙΖ’ αιώνος)

Η Ιερά εικόνα της Παναγίας Ελαιοβρύτισσας φυλάσσεται στην Ι.Μ. Βατοπεδίου. Στην Μονή Βατοπαιδίου, Δοχειάρης ήταν ο Όσιος Γεννάδιος (εορτάζεται η μνήμη του στις 17 Νοεμβρίου). Ήταν πολύ ενάρετος. Κάποτε τελείωσε το λάδι της Iεράς Μονής και έμεινε μόνο ένα δοχείο γεμάτο. Ο Δοχειάρης απεφάσισε τότε να κρατήσει το λάδι, μόνον για τα κανδήλια και δεν έδιδε στους αδελφούς. Ο Ηγούμενος του είπε:

 

– Δοχειάρη, δώσε ελεύθερα λάδι στους αδελφούς και να είσαι βέβαιος, ότι η Υπεραγία Θεοτόκος δεν θα αφήσει ούτε τους αδελφούς, ούτε τις κανδήλες.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Ελαιοβρύτισσα

Ο Γεννάδιος συνεμορφώθη. Αλλά όταν έφθασε η ημέρα που υπολόγισε ότι θα εξηντλείτο το λάδι, κατέβηκε στο κελάρι και τι να δει! Η κανάτα που ήταν μέσα στο δοχείο
(στο ντεπόζιτο) ήταν γεμάτη, ξεχειλισμένη από λάδι. Γεμάτο ήταν και το δοχείο, σε τέτοιο βαθμό που το λάδι χυνόταν στον διάδρομο. Τότε ο Ηγούμενος και όλοι οι αδελφοί
πήγαν στην Εκκλησία και μπροστά στην εικόνα της Παρθένου ανέπεμψαν ευχαριστηρίους ύμνους προς την Παναγία. Την ονόμασαν δε «Ελαιοβρύτισσα» ή «Δοχειάρισσα».

Η Παναγιά η Πυροβοληθείσα της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου εικονίζεται στο υπέρθυρο της εξωτερικής πύλης της μονής. Πήρε την ονομασία αυτή από ένα γεγονός που συνέβη την χρονιά του 1822 μήνα Απρίλιο.Την χρονια λοιπόν αυτή ήλθε στη μονή τουρκικός στρατός. Ένας στρατιώτης τόλμησε να σηκώσει το όπλο του και πυροβόλησε την εικόνα αυτή και με τη σφαίρα του κτύπησε το δεξί χέρι της Παναγιάς Θεομήτορος.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Πυροβοληθείσα

Οι στρατιώτες οι άλλοι φοβισμένοι απ’αυτό το γεγονός αναχώρησαν αμέσως. Ο στρατιώτης αυτός ο ασεβής καταδιωκόμενος από τις τύψεις της συνειδήσεως τρελάθηκε και κρεμάστηκε από μια ελιά του κήπου,απέναντι απ’τις πύλες της μονής. Αυτός τύχαινε να ήταν και ο ανηψιός του αρχηγού του αποσπάσματος που στρατοπέδευσε στην μονή. Η μέριμνα της Θεομήτορος στο εξείς είναι σπουδαία διότι φροντίζει ο επιτηρητής των αλόγων του στρατού να δει με τα μάτια του τα ίδια την αυτοκτονία του συναδέλφου του στρατιώτη, και να μεταφέρει την είδηση στον θείο του αυτοκτονούντα και να του εξηγήσει ότι αίτιος του θανάτου του ήταν ο ίδιος και όχι κάποιος άλλος.

 

Μάλιστα έτρεξε να τον προλάβει,αλλά ήταν αργά αφού το μόνο που πρόλαβε να ακούσει ήταν κραυγή μεγάλη την στιγμή που παρέδιδε το πνεύμα. Αν αυτό δεν συνέβαινε όπως καταλαβαίνουμε η οργή του στρατιωτικού θα ήταν μεγάλη, και για εκδίκηση θα έκαιγε την Μονή. Αλλά μαθαίνοντας την αλήθεια ο θείος του και το ιερόσυλο κακούργημα που εποίησε ο ανηψιός του ομολόγησε ότι κατεδικάσθηκε με τέτοιο θάνατο υπό της Θεομήτορος και διέταξε να μην δοθεί στον νεκρό η συνήθης ταφή αλλά να τον ρίψουν ως κακούργο. Σημειώνουμε ότι μέχρι σήμερα φαίνεται στο χέρι της Παναγίας η προελθούσα πληγή από εκείνο τον παλιό πυροβολισμό.

Στην Ιερά Μονή των Ιβήρων βρίσκεται η θαυματουργή Εικόνα Πορταΐτισσα, η οποία κατά την παράδοση είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Έχει διαστάσεις 137 εκατοστά ύψος και 94 πλάτος, το δε βάρος 96 κιλά, μαζί με τα αναθήματα και τα λοιπά. Η αυστηρή έκφραση του ιερού προσώπου Της, τονιζόμενη από την επιβλητική, καθηλωτική ματιά Της, προξενεί το δέος. Δόθηκε το προσωνύμιο τούτο στην Παναγία, επειδή είναι τοποθετημένη η ιερά εικόνα στο παρεκκλήσιο της μονής Ιβήρων που ευρίσκεται αριστερά της κεντρικής Πύλης.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Προρταϊτισσα

Αυτή η εικόνα ήταν κτήμα μιας ευλαβούς χήρας στη Νίκαια, όταν εικονομάχοι στρατιώτες την ανακάλυψαν στο σπίτι της, μπροστά απ’ την οποία έκαιγε ακοίμητη καντήλα. Με την υπόσχεση χρημάτων η σώφρων χήρα πήρε μια μέρα παράταση και τη νύχτα έριξε, με το γιό της μαζί, την Εικόνα στη θάλασσα, η οποία ξαφνικά στάθηκε όρθια και έπλεε προς την Ελλάδα. Εκείνος ο γιος, για να μη τον συλλάβουν, ήρθε στη Θεσσαλονίκη και μετά στο Άγιο Όρος. Κανείς δεν ξέρει που βρισκόταν 170 χρόνια η Εικόνα, απ’ το 829 που έπεσε στη θάλασσα ως το 1004 που βγήκε στην Ιβήρων.

 

Κάθονταν οι παλαιοί άγιοι Γέροντες της Ιβήρων και μιλούσαν περί σωτηρίας ψυχής, όταν ξαφνικά βλέπουν μέσα στη θάλασσα μια λάμψη. Μαζεύτηκαν όλοι οι Μοναχοί του Όρους, και με βάρκες θέλησαν να πάνε στο περίεργο και θαυμαστό σημείο. Μπόρεσαν μόνο να διακρίνουν ότι ήταν μία εικόνα της Θεοτόκου, διότι όσο πλησίαζαν τόσο η εικόνα απομακρυνόταν. Όποτε οι Πατέρες συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία και ικέτευαν θερμώς τον Πανάγαθο να τους επιτρέψει να πάρουν την αγία Εικόνα. Πράγματι ο Θεός άκουσε τη δέηση τους και απάντησε ως έξης.

 

Έξω απ’ το Μοναστήρι ασκήτευε κάποιος Μοναχός Γαβριήλ από  την Ιβηρία. Ήταν απλός, αναχωρητής, αδιαλείπτως έλεγε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό και ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Η τροφή του ήταν τα βότανα του βουνού και ποτό του το νερό και μέρα-νύχτα μελετούσε το νόμο του Κυρίου. Ενώ προσευχόταν, νύσταξε λίγο, έκλεισε τα μάτια του και βλέπει την αγία Θεοτόκο με ιδιαίτερη λαμπρότητα και του λέει «πήγαινε στο Μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο ότι ήρθα για να τους δώσω την εικόνα μου» μετά βάδισε στη θάλασσα, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη και πρόνοια που έχω στο Μοναστήρι σας. Μόλις είπε αυτά η Παναγία, χάθηκε απ’ τα μάτια του Γαβριήλ.

 

Μετά πήγε στο Μοναστήρι, είπε το νέο και οι Πατέρες με πομπή και Θεομητορικούς ύμνους πήγαν προς την παραλία. Ο Γέρων Γαβριήλ περπάτησε λίγο στη θάλασσα και αμέσως η εικόνα ήρθε στην αγκαλιά του. Οι Πατέρες με πολλή ευλάβεια και χαρά την υποδέχτηκαν και έκαμαν ολονύκτιες αγρυπνίες και δεήσεις και Λειτουργίες επί τρία μερόνυχτα, για να ευχαριστήσουν τον Θεό και την Παναγία. Την έβαλαν στο ναό της Μονής, αλλά εκείνη έφευγε και στεκόταν πάνω από την πύλη του Μοναστηριού. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, ώσπου ξαναπαρουσιάστηκε η Παναγία στον Γέροντα Γαβριήλ και του λέει:

 

«Πες στον ηγούμενο να παύσετε να με πειράζετε, διότι δεν ήρθα στο Μοναστήρι για να με φυλάτε σεις, αλλά ήρθα για να γίνω εγώ φύλακας και φρουρός σας και σ’ αυτήν και στην μέλλουσα ζωή και όσοι θα ζήσουν με ευλάβεια και φόβο Θεού και δεν αμελούν στην απόκτηση των αρετών, και τελειώσουν την πρόσκαιρη ζωή τους σ’ αυτόν τον τόπο, ας έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση διότι αυτή τη χάρη ζήτησα από τον Θεό και Υιό μου και την πήρα. Ως επιβεβαίωση των λόγων μου σας δίνω αυτό το σημείο, όσο βλέπετε την εικόνα μου στο Μοναστήρι σας, δεν θα λείψει απ’ το Όρος τούτο η χάρις και το έλεος του Υιού μου και Θεού».

 

Όταν τα άκουσε αυτά ο ασκητικός και θεοφόρος πατήρ Γαβριήλ έρχεται βιαστικά στο Μοναστήρι και τα αναφέρει στον ηγούμενο ο όποιος χάρηκε πολύ, συνάθροισε την αδελφότητα και διατάζει να κτισθεί στην είσοδο της Μονής ειδικό παρεκκλήσιο για την φύλακα της Μονής θαυματουργή Εικόνα. Λέγεται, μάλιστα, ότι εάν χαθεί η εικόνα από την θέση της, τότε θ’ αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την δευτέρα παρουσία του Κυρίου μας. Η Αγία αυτή εικόνα φέρει στο κάτω μέρος της σιαγόνος της Θεοτόκου μία ουλή από το μαχαίρι ενός πειρατή. Από την ουλή αυτή έρευσε αίμα, το οποίο πηγμένο διακρίνεται και σήμερα επάνω στην εικόνα.

Η Αγία Εικόνα της Παναγίας Τριχερούσας φυλάσσεται στην Ι.Μ Χιλανδαρίου και  θεωρείται ως η Ηγουμένη-Πολιούχος της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου και Προστάτης του Σέρβικου Ορθόδοξου λαού. Αυτή καθεαυτή η Αγία Εικόνα είναι η πλέον άριστα διατηρημένη παλαιά Βυζαντινή Εικόνα της Θεοτόκου. Το πρόσωπο της Μητέρας του Θεού είναι τόσο παραστατικό και το βλέμμα Της τόσο γλυκή, ώστε προκαλεί μεγάλο δέος και συγκίνηση όσοι την προσκυνούν. Η Εικόνα για λόγους προστασίας και μεγαλοπρέπειας φέρει ένα χρυσό επικάλυμμα-πουκάμισο- πάνω στο οποίο είναι επικολλημένοι πέντε χιλιάδες πολύτιμοι λίθοι.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Τριχερούσα

Η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας Τριχερούσας αποτελούσε οικογενειακό κειμήλιο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, ο οποίος με ευλάβεια την φύλαγε στο παρεκκλήσι του σπιτιού του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήταν ο πρώτος σύμβουλος του Ουάλιδ το έτος 705-715, χαλίφη της Συρίας, για όλα τα αναγκαία θέματα, που αφορούσαν το Χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής αυτής.

 

Ακριβώς εκείνη την εποχή, όταν Αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος, ξέσπασε η Εικονομαχία. Η προσκύνηση των ιερών Εικόνων θεωρούνταν ειδωλολατρία. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναδείχθηκε θερμός υποστηρικτής των Αγίων Εικόνων και με τα συγγράμματά του κατετρώπωσε την αίρεση της εικονομαχίας. Ο Αυτοκράτορας ο Λέων ο Γ’ προκειμένου να απαλλαγεί από την παρουσία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, τον συκοφάντησε στο χαλίφη Ουάλιδ με την κατηγορία, ότι σκέπτεται να καταλάβει κρυφά την Δαμασκό.

 

Ο χαλίφης διέταξε να συλληφθεί αμέσως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και να του κοπεί το δεξί χέρι μέσα στην πλατεία της Δαμασκού. Η διαταγή εκτελέστηκε αμέσως. Ο Άγιος έλαβε το κομμένο χέρι του και όλη τη νύχτα ικέτευε την Παναγία γονατισμένος να τον θεραπεύσει προκειμένου να συνεχίσει τον σκληρό αγώνα του υπέρ της Ορθοδοξίας. Κατάκοπος, όπως ήταν, αποκοιμήθηκε για λίγο και τότε είδε σε όραμα την Παναγία μέσα από την Αγία Εικόνα της να του λέει, ότι από τώρα και στο εξής το χέρι του θα είναι θεραπευμένο. Ο Άγιος ξύπνησε και είδε πραγματικά, ότι το χέρι του είχε αποκατασταθεί και ήταν υγιές. Από τη χαρά του φρόντισε και έβαλε αργυρό ομοίωμα του χεριού του κάτω από το αριστερό μέρος της Εικόνας της Παναγίας. Ένεκα τούτου του περιστατικού ονομάστηκε η Εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας.

 

ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Μετά από το  θαυματουργικό αυτό γεγονός ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποφασίζει να γίνει μοναχός στη Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου στην Παλαιστίνη. Μαζί του είχε και την Αγία Εικόνα της Τριχερούσας. Το έτος 1217 ο Άγιος Σάββας ο Χιλανδαρηνός, υιός του Βασιλέως της Σερβίας Στεφάνου Νεμάνια, του μετέπειτα ονομασθέντος Συμεών, περνώντας από την Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, πήρε μαζί του την Εικόνα της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσης και την Εικόνα της Παναγίας Τριχερούσης και τις μετέφερε στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους, όπου η Αγία Εικόνα παρέμεινε μέχρι το έτος 1347. Τότε έρχεται στο Άγιο Όρος ο Σέρβος Κράλης Δρούσαν, ο οποίος αναχωρών για την πατρίδα του, πήρε την Εικόνα της Τριχερούσης ως ευλογία. Η Εικόνα φιλοξενήθηκε στην Ιερά Μονή Στουντενίτσης της Σερβίας.

 

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΕΙΚΟΝΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Όταν στις αρχές του 15ου αιώνα οι Σέρβοι πληροφορήθηκαν ότι κινδυνεύουν να υποδουλωθούν στους Τούρκους, αμέσως παίρνουν την Αγία Εικόνα της Παναγίας Τριχερούσας από το Σερβικό Μοναστήρι και την τοποθετούν στη ράχη ενός γαϊδουράκου και αφήνουν το ζώο ελεύθερο να το οδηγήσει όπου η Παναγία θελήσει. Και πράγματι, κατά θαυματουργικό τρόπο, το ήσυχο αυτό ζώο διέσχισε όλη τη Σερβία, την Ελληνική περιοχή της Μακεδονίας και ήρθε στο Άγιο Όρος, στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου, όπου οι μοναχοί την υποδέχθηκαν με τιμές και λιτανείες. Το ευλογημένο αυτό γαϊδουράκι, σύμφωνα με την ιερή παράδοση, μόλις τοποθετήθηκε η Εικόνα στο Ιερό του Μοναστηριού, έπεσε νεκρό.

Ο εικονιστικός τύπος της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας είναι αξιόλογος, ευρέως γνωστός και αγαπητός στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο προικισμένος αγιογράφος που τον δημιούργησε (τον τύπο) τον εμπνεύστηκε από την ευαγγελική διήγηση της Γέννησης του Χριστού (Ματθ. β΄ ) και από το ευαγγελικό εδάφιο: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας (Λουκ. ια΄ 27).

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Γαλακτοφορούσα

Οι εικόνες της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας θεωρούνται και είναι «χριστουγεννιάτικες», καθόσον παρουσιάζουν τη Θεοτόκο να κρατάει στην αγκαλιά της τον νεογέννητο Χριστό και να Τον τρέφει με το γάλα της (να Τον θηλάζει). Η σημαντικότερη απ’ τις υπάρχουσες εικόνες της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας βρίσκεται στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους. Η εικόνα αυτή αγιογραφήθηκε στην Παλαιστίνη και ανήκε αρχικώς στη Λαύρα του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου. Επάνω της είναι γραμμένο το ομοθεματικό της τροπάριο: «Χρυσοπλοκώτατε πύργε και δωδεκάτειχε πόλις, ηλιοστάλακτε θρόνε καθέδρα του βασιλέως, ακατανόητον θαύμα πώς γαλουχείς τον Δεσπότη;».

 

Η εικόνα της, πάντα σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις που βρίσκονται στη Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου, βρισκόταν στη Λαύρα του Όσιου Σάββα του Ηγιασμένου. Πριν πεθάνει ο Όσιος Σάββας είπε σ’ αυτούς που ήταν γύρω από το κρεβάτι του, ότι κάποτε θα επισκεφθεί τη Λαύρα κάποιο βασιλοπαίδι, Σάββας ονομαζόμενος και αυτός. Να του δοθεί λοιπόν η εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσης σαν ευλογία. Γεγονός που έγινε τον 13ο αιώνα, όταν τη Λαύρα επισκέφθηκε ο Άγιος Σάββας ο Σέρβος (Αρχιεπίσκοπος Σερβίας), κτήτορας της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου του Αγίου Όρους. Αυτός μετέφερε την αγία αυτή εικόνα στο Άγιο Όρος, και συγκεκριμένα στη μονή την οποία ο ίδιος ίδρυσε.

 

Ο νέος Σάββας την αφιέρωσε στο σερβικό Κελλί των Καρυών «Τυπικαριό», όπου ο ίδιος συχνά διέμενε και όπου υπάρχει μέχρι σήμερα τοποθετημένη στο τέμπλο στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, δηλαδή στη θέση της εικόνας του Χριστού, η οποία βρίσκεται στα αριστερά αντίθετα με την επικρατούσα συνήθεια. Η Σύναξη προς τιμήν της γίνεται στις 3 Ιουλίου.

Από τις πολυτιμότερες εικόνες της Παναγίας είναι και ή των «Χαιρετισμών» ή του «Ακάθιστου» πού βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Από τις πιο παλαιές χρονολογικά, στο δε Άγιον Όρος είναι η αρχαιοτέρα. Είναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχα και με μύρο περιρρεομένη. Στο πίσω μέρος σε αργυρά πλάκα, είναι τετυπωμένος ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ ο Κομνηνός και ο Όσιος Διονύσιος ο κτήτορας της Μονής και είναι γραμμένο το εξής: «Αυτή η είκών η Θαυματουργός εστί την οποίαν βάσταξέ Σέργιος ο Πατριάρχης περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως έδιωξε τους πολεμίους και την οποίαν ό Αυτοκράτωρ Αλέξιος ιδιοχείρως εδώρησε τω Άγίω Διονυσίω».

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία του Ακάθιστου

Είναι λοιπόν εκείνη την οποίαν ό Σέργιος κατά την ιστορική εκείνη βραδιά του 626 κρατώντας την περιήρχετο μαζί με κλήρο και λαό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και εμψύχωνε το λαό και τον ολιγάριθμο στρατό πού υπεράσπιζε την Πόλη. Είναι ιστορικά παραδεκτό ότι υπερφυσική δύναμη κατατρόπωσε τους πολυάριθμους Σκύθες και Αβαρούς. Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αφού ό στρατός με τον Ηράκλειο είχε εκστρατεύσει προς την Περσία. Οι πολέμιοι με αρχηγό τον Χαγάνο έφθασαν επιθετικοί και με στρατό και στόλο πολιόρκησαν τα στενά και την ξηρά και απειλούσαν. Ποιος θα σώσει την Πόλη; Ό Χαγάνος παρασπόνδησε σε μια συνθηκολόγηση με την Πόλη για να λύσει την πολιορκία και με αυθάδεια και σαρκασμό ειρωνεύτηκε τους πιστεύοντας στο θεό Βυζαντινούς: «Μη σας γελάει ό θεός σας, εγώ αύριο θα είμαι κύριος της πόλεως σας».

 

Η απάντηση επηρέασε το ηθικό και έφερε ταραχή, φόβο και απελπισία στις καρδιές των πολιορκημένων. Το κλίμα της απαισιοδοξίας άρχισε να κυριαρχεί. Τη χαλύβδωση του ηθικού ήλθε να επιφέρει ή θαρραλέα παρουσία του γενναίου και αξιοτάτου Πατριάρχου Σεργίου: «Είναι κρίμα να απελπίζεστε. Σκέπτεστε σαν άνθρωποι πού δεν πιστεύουν στο Θεό και στο αποτέλεσμα του ιερού πολέμου. Στα χέρια της Παναγίας εμπιστεύθηκα την Πόλη και τον άμαχο πληθυσμό της. Στην Παναγία όλοι μας με θέρμη ψυχής ας προσευχηθούμε». Πραγματικός συναγερμός και ενθουσιασμός συνέβηκε τότε. Ο Πατριάρχης, ο Κλήρος και ο Λαός, μια φωνή μια ψυχή, ξεχύθηκε στους δρόμους και στα τείχη με τα ιερά κειμήλια στα χέρια, πού ήσαν ή Ζώνη της Παναγίας, ή Ιερά Εσθήτα Της, λείψανα αγίων, λάβαρα και εικόνες. Ο Πατριάρχης, ζωντανός και άκαμπτος, κρατούσε υπερυψωμένη τούτη την Εικόνα και έδινε δύναμη και θάρρος. Απ’ όλων τις καρδιές αυθόρμητα έβγαιναν φωνές και ευχές πού φανέρωναν την εμπιστοσύνη του Λάου προς την Παναγία: «Φθάσε Παναγία μου, μη μας εγκαταλείπεις τώρα πού χανόμαστε, σώσε το λαό Σου και την Πόλη Σου».

 

Τότε συνέβηκε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα της πίστεως. Τρομαγμένοι οι επιτιθέμενοι εχθροί άκουγαν θόρυβο σαν χιλιάδες στρατός να επιτέθηκε εναντίον τους πού έφερνε όλεθρο και καταστροφή στις τάξεις τους. Ξαφνικά και απροσδόκητα, από διώκτες έγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στη γη, πανικόβλητοι όσοι είχαν απομείνει τράπηκαν σε φυγή για να σωθούν μακριά από την Πόλη, φωνάζοντας απεγνωσμένα μεταξύ τους: «Που βρέθηκε, που ήταν κρυμμένος τόσος στρατός;». Όμως στρατός δεν υπήρχε, όπως είπαμε, ή θεία τιμωρία τους κυνηγούσε, αφού προκλητικά και υπερήφανα τα έβαζαν με την Πόλη Πόλεων πού εντός της είχε πολλούς πιστούς πού με εμπιστοσύνη κατέφυγαν στη θεία προστασία. Ή ιστορική παράδοση ομιλεί για ένα ανεξήγητο μέγα θόρυβο και ανεμοστρόβιλο πού έφερε πανικό και καταστροφή. Εκτός από τα πτώματα νεκρών πού βρίσκονταν σκόρπια έξω από τα τείχη, συντρίμμια είχαν γίνει τα εχθρικά πλοία και πολλά πτώματα ναυτών φάνηκαν στην ακροθαλασσιά των Βλαχερνών.

 

Ιστορική πραγματικότητα το γεγονός τούτο. Τα δάκρυα πόνου, οδύνης και αγωνίας, ή οσμή θανάτου και αιχμαλωσίας πού είχε παγώσει στην κυριολεξία τους χιλιάδες εντός της Πόλεως Βυζαντινούς, μετεβλήθησαν σε ζητωκραυγές και αλαλαγμούς χαράς και δοξολογίας στο Θεό και την Παναγία Δέσποινα. Τότε ο Πατριάρχης Σέργιος μέσα σε ανέκφραστα χαρμόσυνα συναισθήματα βάδισε με τον κλήρο και το λαό προς την Παναγία των Βλαχερνών. Μέσα σε θρησκευτικό παραλήρημα χαράς και ιερού ενθουσιασμού, σε μια ατμόσφαιρα πού οι καρδιές σκιρτούσαν και τα μάτια έρεαν δάκρυα από άκρα συγκίνηση και θεία ευγνωμοσύνη, δοξολόγησαν και ευχαρίστησαν την Παναγία σε μέγεθος και βαθμό πού δεν πρέπει να έχει το όμοιο του. Με άλλα λόγια, μιλάμε για μια γενική ευχάριστη εικόνα χιλιάδων ανθρώπων πού είχαν στην κυριολεξία «μεθύσει» χριστιανικά. Μοναδικό το γεγονός σε πανανθρώπινη κλίμακα. Εκεί, εντός του Ναού, αλλά και εκτός, όπου βρέθηκαν οι πιστοί αρχής γενομένης από τον Πατριάρχη ό όποιος άρχισε να ψάλλει για πρώτη φορά το: «Τη Ύπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια κ.λπ.». Και στη συνέχεια, όλοι μαζί τη νύκτα εκείνη «ορθοστάδην τον ύμνο τη του Θεού Μητρί γηθοσύνως έμελπαν». Για αυτό το Θαυμάσιο αυτό πνευματικό άσμα των «Χαιρετισμών», ονομάσθηκε «Ακάθιστος Ύμνος».

 

Ο άγνωστος ποιητής των «Χαιρετισμών» έπλεξε το καλύτερο εγκώμιο και γενικά ότι ανώτερο έχει γραφεί για την Υπέρμαχο Στρατηγό. Έχει χαρακτήρα διηγηματικό, θεολογικό και δοξαστικό. Κυρία υπόθεση έχει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, γενικότερα, την ενανθρώπιση του Χριστού και, ακόμη, γίνεται λόγος για το ηθικό και πνευματικό μέγεθος και ύψος της Παναγίας και των προσφορών της στον κόσμο. Το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω», δεν έχει σχέση με τον ποιητή του Ύμνου, είναι δημιούργημα της ημέρας εκείνης. Σ’ αυτό ακούγεται λυτρωτικός και νικητήριος προς τη Μητέρα του Θεού παιάνας πού ως πνευματικός Στρατηγός έχει ακατανίκητη τη δύναμη και οι πιστοί παρακαλούν να ελευθερώνει «εκ παντοίων κινδύνων».

 

Πλέον στους αιώνες και σήμερα οι Χαιρετισμοί, ο Ακάθιστος Ύμνος ο τόσο λαοφιλής συγκινεί βαθιά την πιστεύουσα ψυχή και ιδιαιτέρως τον ορθόδοξο Ελληνισμό, ό όποιος στον ύμνο αυτό και στο πρόσωπο της Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένες εκκλησιαστική και εθνική παράδοση και ζωή Πίστη και Πατρίδα φαίνεται ότι συσφίγγονται έναρμονίως γύρω από ύμνο αυτό. Διαχρονικός και λαοφιλέστατος, ηλεκτρίζει πολλές ψυχές όποιες την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής τρέχουν να τον ακούσουν τω από τους θόλους των Ναών. Για αιώνες και μάλιστα στην 400χρονη σκλαβιά, ήταν ό Εθνικός Ύμνος του Γένους. Απ’ όλα αυτά εξάγεται αβίαστα και ή σημασία της Εικόνας αυτής. Δικαιως οί πιστοί Έλληνες μπρος σ εικόνα αυτή αισθάνονται έντονα την παντοδυναμία της Παναγίας και εθνική έξαρση.

 

Ένα από τα εξαίσια γεγονότα της Εικόνας, αφ’ ότου τον 13ο αι. δόθηκε στη Μονή Αγίου Διονυσίου, είναι το εξής: Το 1592, ό Αλγερινός πειρατής Ιφ Αρταβάν Αλφα, ξεκινώντας από τη νήσο Σκύρο, ήλθε με πολλούς δικούς του στην Ί. Μ. Διονυσίου προκειμένου να αρπάξει τους θησαυρούς της. Γνώριζε ότι υπήρχε εκεί και μια πολύτιμη εικόνα της Παναγίας. Αφού απεβίβασε κάπου 200 άνδρες οπλισμένους, απειλούσε. Ό Ηγούμενος αφού συσκέφθηκε αποφάσισε να προσφέρει γενναία δώρα στον πειρατή για να σώσει τους Μοναχούς και τη Μονή. Ένας Μοναχός, από το παράθυρο, φώναξε προς τον Αρταβάν: «Ας τα κανονίσουμε φιλικά για μη χυθεί αίμα. Αποφασίσαμε να σας δώσουμε 50.000 φλουριά, λάδι κι κρασί».

 

Ό πειρατής του απάντησε: «Καλόγηρε, σύμφωνοι αλλά θα πάρουμε και ένα αντικείμενο από τα κειμήλια σας κατά εκλογή μου». Ό Ηγούμενος πού ήταν πλησίον του Μονάχου συμφώνησε, αλλά στο Μοναστήρι θα περάσει αυτός μόνο με δέκα δικούς του. αφού εισήλθαν και ό Ηγούμενος μέτρησε τα χρήματα και τους παρέδωσε λάδι και κρασί, ό αρχιπειρατής είπε σε έναν δικό του πού γνώριζε από άλλη φορά την εικόνα (του Ακάθιστου) και σε ποιο σημείο υπήρχε και τους κάλεσε εκεί. αφού έφθασαν ό πειρατής πήγε να πάρει την εικόνα, ενώ ό Ηγούμενος και οι Μονάχοι έμειναν άναυδοι. Αυτό το παληόξυλο διάλεξες, είπε στον Αρταβάν υποκριτικά. Αυτό αξίζει μιλιούνια, απάντησε εκείνος. «Άφησε την στη θέση της, είπε ό Ηγούμενος, οι εικόνες έχουν αξία μόνο για μας τους Χριστιανούς, πάρτε κάτι άλλο». Όχι, αυτό θα πάρω, είπε πεισματικά ό Ιφ. Προτιμώ να ταφώ κάτω από τα ερείπια της Μονής, παρά να την πάρετε, είπε και προσπάθησε να τον εμποδίσει. Ο Ιφ όμως τον έσπρωξε φωνάζοντας και απειλώντας: «Θα πεθάνετε όλοι σας». Πάνω στην αγανάκτηση του πρόλαβε ό Ηγούμενος να τους πει: «Έτσι πού φέρεστε, πηγαίνετε αλλά μαζί με την κατάρα μου».

 

Αμέσως εξαφανίστηκαν προς τη θάλασσα και έφυγαν με προορισμό Σκύρο. Το βράδυ, ενώ ταξίδευαν, είδε στον ύπνο του την Παναγία πού τους είπε απειλητικά: «Γιατί πονηρέ με πήρες; Πήγαινε με πίσω, εκεί πού εμένα ήσυχη και ειρηνική». Ξύπνησε έντρομος ό Αρταβάν, μα δεν κάμφθηκε Σε λίγο ξέσπασε ξαφνικά μεγάλη τρικυμία, ώστε έκλυδωνίζοντο και κινδύνευαν τα πλοία να καταποντιστούν. Πάνω στον αναπάντεχο κίνδυνο, θυμήθηκε το όνειρο και πήγε προς την Εικόνα και βλέπει το κιβώτιο πού την είχε τοποθετήσει κομματιασμένο και ή εικόνα γεμάτη μύρο πού ευωδίαζε Κατάλαβε αμέσως ότι ή τρικυμία είναι τοπική τιμωρία της Μητέρας του Χριστού . Μόλις την πήρε στα χέρια του σταμάτησε ή τρικυμία. Σε επαφή τους δικούς του φώναξαν όλοι, να γυρίσουμε πίσω γιατί θα μας πνίξει Θεός των Χριστιανών.

 

Έπειτα από αρκετές ώρες, επέστρεψαν στον όρμο της Μονής Διονυσίου Ό Σαρίφ έστειλε στη Μονή πειρατή, ό όποιος είπε στον Ηγούμενο: «Άνθρωπε του Θεού, ξέρω ότι κάναμε κακό, ό αρχηγός μου σε περιμένει κατέβεις να πάρεις την εικόνα και να μας απαλλάξεις από την κατάρα π μας έδωσες». Αφού κατέβηκαν στο λιμάνι οι Μοναχοί, ό Αρταβάν έδειξε το κομματιασμένο κιβώτιο και τα ρούχα πού είχε τυλίξει την εικόνα που ήταν μουσκεμένα από το θείο μύρο. Συγκινημένοι οί Μοναχοί παρέλαβαν την Εικόνα. Το σπουδαιότερο από αυτή την υπόθεση, είναι ότι μερικοί πειρατές μετανόησαν, άφησαν τη ζωή αυτή και έμειναν στη Μονή και αφού κατηχήθηκαν έγιναν Χριστιανοί!

Διαπιστώνει εδώ κανείς με πόσους κόπους και θυσίες έχουν διατηρηθεί οι τόσοι πνευματικοί θησαυροί του Αγίου Όρους. Ένα άλλο μέσα στα πολλά θαύματα της Παναγίας του “Ακάθιστου Ύμνο είναι και τούτο: Το 1753 δίδασκε στην Αθωνιάδα Σχολή ό σοφός διδάσκαλος και επίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρης. Αρρώστησε βαρεία από φοβερό έλκος. ‘Η ασθένεια ήταν θανατηφόρος, οί πόνοι δριμύς ώστε ζητούσε το θάνατο. Τον μετέφεραν στη Μονή Διονυσίου προκειμένου να, τον περιποιηθεί σπουδαίος νοσοκόμος της Μονής με γνώσεις ιατρικής, πλην ουδέν κατόρθωσε παρά τις προσπάθειες. Τότε, οί παρευρεθέντας είπαν στον στενάζοντα Ευγένιο για τη θαυματουργό Εικόνα του Ακάθιστου. Παρακάλεσε να τον μεταφέρουν κλινήρη προ αυτής. εκεί, γενομένης παρακλήσεως μέσα στους οξείς πόνους του, ικέτευσε την Κεχαριτωμένη. Τότε εκεί ξαφνικά αισθάνθηκε το φοβερό εκείνο βουβώνα ότι υποχώρησε και τους οξείς πόνους καταπραυνομένους, τα δε δάκρυα του να σταματούν. Το έλκος εκείνο αυτόματα διεράγηκε και σε λίγα λεπτά είχε εντελώς θεραπευτεί. Τότε, ό σοφός κατασυγκινημένος πήρε την πέννα και αμέσως έποι σε τους εξής ιαμβικούς στίχους:

 

«Ζωής δότην φέρουσα Σής ύπ’ αγκάλης,
ζωοίς φέροντα θάνατον μ’ ύπαί μάλης».

 

Δηλαδή, εσύ πού φέρεις τον δοτήρα της ζωής μέσα στην αγκαλιά σου δίνεις ζωή σε μένα πού φέρω τον θάνατον κάτω από τη μασχάλη. Για την ωφέλεια πού προέρχεται στις ψυχές όσων διαβάζουν τους Χαιρετισμούς – εκτός φυσικά από τις καθιερωμένες παρασκευές στο Ναούς – ή ιδία ή Παναγία φανείσα σε Αγίους είπε: «θα αγαπώ, θα προστατεύω, θα φυλάττω κάθε πιστόν ό οποίος θα με χαιρετίζει άπαξ της ημέρας ει δυνατόν με τους ωραίους ύμνους των Χαιρετισμών Μου, και θα ζει σύμφωνα με τον νόμον του Θεού. Κατά δε την τελευταία ημέραν της ζωής αυτού, θα τον υπερασπισθώ και ενώπιον του Υιού Μου».

Αυτή η θαυματουργός εικόνα της Θεοτόκου ήταν το μόνο αντικείμενο που σώθηκε από μια φοβερή πυρκαϊά, η οποία κατέστρεψε ολόκληρο, ένα μετόχι της Μονής Κουτλουμουσίου στην Κρήτη. Μεταφέρθηκε έκτοτε λοιπόν στον Άθωνα, όπου εξακολουθεί να επιτελή πολλά θαύματα, όπως λένε οι πατέρες της Μονής και αρκετοί προσκυνητές.

 

Στη νοτιοδυτική γωνία του μοναστικού συγκροτήματος της Ι. Μ. Κουτλουμουσίου βρίσκεται ο Πύργος, που είναι κτίσμα του 1508, με τον οποίο συνδέεται το Παρεκκλήσιο της «Φοβεράς Προστασίας», το οποίο είναι ενσωματωμένο στο αριστερό μέρος της λιτής του καθολικού, και λέγεται «κυριακό παρεκκλήσιο». Κτίσθηκε το 1733. Σ’ αυτό φυλάσσεται αυτή η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, δημιούργημα του 13ου αιώνα. Σ’ αυτήν η Παναγία κρατεί το Χριστό στο αριστερό της χέρι, ενώ το βλέμμα της είναι στραμμένο και κοιτάζει τον άγγελο, ο οποίος κρατεί τα σύμβολα του Πάθους. Γύρω από τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού εικονίζονται διάφορες μορφές προφητών.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Φοβερά Προστασία

Για την ονομασία της εικόνος αυτής υπάρχει το ακόλουθο περιστατικό: σε μια επιδρομή πειρατών, οι μοναχοί βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση και κατέφυγαν στην Παναγία. Μπροστά στην εικόνα αυτή με θέρμη παρακάλεσαν για την προστασία τους. Η Παναγία τότε κατέστησε τη Μονή «αόρατη» στα μάτια των επιδρομέων, ενώ στη συνέχεια διασκορπίστηκαν και έφυγαν άπρακτοι από το χώρο του μοναστηριού αλλά και από όλο το Περιβόλι της Παναγίας.

 

Όλοι μίλησαν τότε για παρέμβαση της Παναγίας. Η εικόνα της Παναγίας έκτοτε ονομάστηκε Φοβερά Προστασία. Την Τρίτη της Διακαινησίμου, ημέρα πανηγυρικού εορτασμού της εικόνος, η Φοβερά Προστασία λιτανεύετε από το μοναστήρι στο Πρωτάτο, όπου και ανταποδίδει την επίσκεψι της θαυματουργού εικόνος του Άξιον Εστί, που έχει γίνει την προηγούμενη μέρα στο Κουτλουμούσι, κατόπιν αρχαίου εθίμου.

Στην Ιερά μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους φυλάσσεται η Ιερά εικόνα της Παναγίας της «Γερόντισσας». Έλαβε δε την ονομασία αυτή από ένα θαύμα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του θανάτου ενός γέροντος ορθοδόξου ηγουμένου. Στην εικόνα, που βρίσκεται στον κίονα του αριστερού χορού του καθολικού της Μονής, η Παναγία παριστάνεται σε όρθια στάση δεήσεως χωρίς τον Χριστό. Στην ασημένια επένδυση της εικόνας φαίνεται και ένα πιθάρι που ξεχειλίζει θυμίζοντας μας ένα θαύμα της Παναγίας. Στην σημερινή της μορφή η εικόνα είναι μάλλον επιζωγραφισμένη. Το αργυρό κάλυμμα της εικόνας αναρτήθηκε τον 17ο αιώνα, έπειτα από εκφρασμένη επιθυμία της ίδιας της Παναγίας και με χρήματα Κωνσταντινουπολίτισσας αρχόντισσας.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Γερόντισσα

Η Ιστορία έχει ως εξής. Σε έναν ασθενή ευσεβέστατο ηγούμενο ο Θεός απεκάλυψε την ημέρα του θανάτου του. Αυτός ηθέλησε πριν πεθάνει να κοινωνήσει τα Άχραντα μυστήρια. Ζήτησε λοιπόν από τον εφημέριο ιερομόναχο να βιαστεί για να προλάβει να τον κοινωνήσει. Εκείνος, όμως, καθυστερούσε και ο Γέροντας εκινδύνευε ν’ αποθάνει χωρίς να κοινωνήσει. Τότε από την εικόνα της Θεοτόκου ηκούσθη μια οργισμένη φωνή να ερωτά τον ιερομόναχο γιατί αργούσε και δεν συμμορφωνόταν με την παράκληση του Γέροντα. Όπως ήταν φυσικό ο ιερομόναχος συμμορφώθηκε και τρέμοντας σύγκορμος έκανε το λειτούργημά του. Έκτοτε η εικόνα αυτή ονομάσθηκε «Παναγία η Γερόντισσα», επειδή υπεστήριξε την παράκληση του Γέροντος.

 

Η Παναγία Γερόντισσα είναι θαυματουργή εικόνα. Στην εικόνα, που βρίσκεται στον κίονα του αριστερού χορού του καθολικού της Μονής, η Παναγία παριστάνεται σε όρθια στάση δεήσεως χωρίς τον Χριστό. Στην ασημένια επένδυση της εικόνας φαίνεται και ένα πιθάρι που ξεχειλίζει θυμίζοντας μας ένα θαύμα της Παναγίας, η οποία εισακούοντας τις προσευχές του Γέροντος (εξ ου και Γερόντισσα) γέμισε με λάδι τα άδεια πιθάρια της Μονής. σε μια επιδρομή Σαρακηνών στη Μονή ένας απ’ αυτούς προσπάθησε να σχίση την εικόνα σε κομμάτια, για να ανάψει μ’ αυτά το τσιμπούκι του, αλλά έχασε αμέσως την όραση του και οι σύντροφοι του πέταξαν την εικόνα σε ένα κοντινό πηγάδι. ο τυφλός ιερόσυλος παιδεύτηκε τόσο κατά την ώρα του θανάτου του, ώστε παρήγγειλε στους δικούς του ακόμα και μετά το θάνατο του να πάνε στο Άγιο Όρος και να βγάλουν την εικόνα από το πηγάδι, πράγμα το όποιο και έγινε, αφού η εικόνα είχε παραμείνει εκεί ογδόντα χρόνια.

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΗ ΜΟΝΗ
Κατά τους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου, το έτος 1020, η αγία εικόνα της Αντιφωνήτριας έκανε το ακόλουθο θαύμα στην Μονή Κωσταμονίτου. Κατά την πρώτη του μηνός Αυγούστου κατά την οποία εορτάζει η αγία Εκκλησία μας την Πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ο τότε εκκλησιάρχης της μονής ονόματι Αγάθων, ήταν πολύ λυπημένος γιατί η μονή εστερείτο τα αναγκαία προς ευπρέπεια και φωτοχυσία της εκκλησίας. Ήταν παραμονή της εορτής της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου Στεφάνου, πολιούχου της μονής και ευρισκόμενος σε τέτοια θλίψη παρακαλούσε τη Θεοτόκο με θερμά δάκρυα, γονατισμένος μπροστά στην αγία της Εικόνα όλη νύχτα.

 

Νηστικός και κουρασμένος καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε για λίγο και αμέσως ήλθε σε έκσταση και ακούει φωνή από την εικόνα της Αντιφωνήτριας που του έλεγε να μην λυπάται και στεναχωρείται, γιατί αυτή φροντίζει για κάθε πράγμα στο Άγιον Όρος. Πραγματικά προς διαβεβαίωση των λεγομένων, το πιθάρι της εκκλησίας γέμισε από λάδι καθώς και τα υπόλοιπα δοχεία της μονής από τα αναγκαία προς το ζην. Όταν τα άκουσε αυτά ο Αγάθων ξύπνησε χαρούμενος θαυμάζοντας για την όραση. Αμέσως έφυγε και πήγε στο ναό. Όταν διαπίστωσε ότι το πιθάρι του λαδιού ήταν γεμάτο. Εξεπλάγην και κήρυξε μεγαλόφωνα σε όλους τους αδελφούς το θαύμα. Η Παναγία Γερόντισσα συνεχίζει μέχρι και σήμερα να επιτελεί πολλά θαύματα, να εμπνέει, να καθοδηγεί, να παρηγορεί, να μεσιτεύει για όλους μας.

Η Ιερά Εικών της Παναγίας της Προαναγγελόμενης ή του Ακαθίστου φυλάσσεται στην Ι.Μ Ζωγράφου. Κατά την εποχή της της ψευδένωσης της επί Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου και Ιωάννου Βέκκου των λατινιφρόνων συνόδου της Λυών κατά τον ΙΓ΄ αιώνα Λατίνοι κληρικοί μαζί με στρατιώτες εισέβαλαν στο Άγιον Όρος, το οχυρό αυτό της Ορθοδοξίας, για να επιβάλουν δια της βίας την ένωση με τους δυτικούς.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Προαναγγέλουσα

Η μονή Ζωγράφου όπως και άλλες αγιορείτικες μονές είχε την τιμή να αναδείξει στον αγώνα αυτόν κατά της πλάνης τους εικοσιέξι Ζωγραφίτες οσιομάρτυρες. Την εποχή αυτή ασκήτευε κοντά στη μονή ένας ενάρετος Γέροντας, που είχε τη συνήθεια να απαγγέλει τον Ακάθιστο Ύμνο πολλές φορές την ημέρα μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου. Μία μέρα άκουσε την Παναγία να του μιλά από αυτήν την εικόνα και να του αναγγέλει (εξού και “Προαναγγελλόμενη”) ότι οι λατινόφρονες πλησιάζουν στο μοναστήρι και όποιος είναι ψυχικά αδύνατος να κρυφτεί, ενώ εκείνοι που επιθυμούν μαρτυρικά στεφάνια ας παραμείνουν στο μοναστήρι.

Η Ιερά Εικών της Παναγίας της Επακούουσας φυλάσσεται στην Ι.Μ Ζωγράφου. Όταν ο όσιος Κοσμάς ο Ζωγραφίτης, αναχωρητής που ήκμασε γύρω στα τέλη του ΙΓ’ και τις αρχές του ΙΔ’ αιώνα, βρισκόταν ακόμη στο κοινοβιο, συνέβει κάποτε να βρεθεί μόνος μέσα στο ναό και να στραφεί προς την εν λόγω εικόνα με εγκάρδια προσευχή λέγοντας: “Υπεραγία Θεοτόκε προσευχήσου στον Υιό σου και Θεό, για να με οδηγήσει σε οδό σωτηρίας”.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Επακούουσα

Άκουσε τότε την Παναγία να λέει: “Υιέ και Θεέ μου, δίδαξέ τον δούλο σου, πώς να σωθεί” και να απαντά αμέσως ο Χριστός: “Ας αναχωρήσει από τη μονή και ας ησυχάσει μόνος του”. Πράγματι ο όσιος διέπρεψε στον ησυχαστικό βίο και δοξάσθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Η εικόνα που “επήκουσε” τη δέησή του βρίσκεται στο ιερό βήμα του Καθολικού της μονής.

Η Ιερά Εικών της Παναγίας της Γοργοεπήκοου φυλάσσεται στην Ι.Μ Δοχειαρίου από το 1946. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, “λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά”, φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκομένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ’ εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Γοργοεπήκοος

Όπως αναφέρει στο Συναξάρι Ο όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα. Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά.

 

Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει: “Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με καπνό”. Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος
συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: ‘”Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;”.

 

Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός. “Ετσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ’ απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε.

 

Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: “Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ’ εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοεπήκοος”. Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοεπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ’ εκείνους που προστρέχουν σ’ αυτήν με ευλάβεια και πίστη. Και πραγματικά η χάρη της ενεργεί πάμπολλα θαύματα όχι μόνο στο Άγιο Όρος, αλλά και έξω από αυτό, σε πόλεις και χωριά, σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και σε άλλα μέρη, όπου την ευλαβούνται και την επικαλούνται.

 

Η Παναγία η Γοργοεπήκοος είναι πολύ θαυματουργή, ιατρεύει διάφορες ασθένειες, χαρίζει παιδιά σε άτεκνα ζευγάρια, φανερώνει απολεσθέντα αντικείμενα, προστατεύει όσους κινδυνεύουν στη θάλασσα, λυτρώνει όσους αιχμαλωτίζονται, θεραπεύει από τον πονοκέφαλο και την κόπωση, ανορθεί τους παραλύτους, χαρίζει το φως στους τυφλούς, θεραπεύει από θανατηφόρες ασθένειες, διώκει τις ακρίδες από τα χωράφια και άλλα πολλά θαυμαστά που βρίσκονται γραμμένα στη Μονή Δοχειαρίου, ως θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας της Γοργοεπηκόου.

 

Όταν λοιπόν θεραπεύθηκε από την τύφλωση του ο τραπεζάρης Μοναχός, ονόματι Νείλος, οι πατέρες της Μονής έφτιαξαν στο χώρο αυτό ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, αφού η ίδια η Παναγία χαρακτήρισε τον εαυτό της με το επίθετο αυτό. Εκεί τελείται δύο φορές την εβδομάδα η θεία Λειτουργία, εκεί γίνονται οι κουρές των μοναχών και καθημερινά, πρωί και βράδυ, ψάλλονται παρακλήσεις μπροστά στην ιερή εικόνα.

 

Η πρώτη αγιογραφηθείσα εικόνα της Παναγίας στη Μονή Δοχειαρίου, που έγινε το 1563, την αναφέρει ως Βρεφοκρατούσα, Φοβερά Προστασία και Γοργοεπήκοο. Πρέπει να επισημάνουμε λοιπόν, ότι η Παναγία όταν μίλησε στο μοναχό δεν χρησιμοποίησε για τον εαυτό της κανένα από τα ονόματα που ήταν γραμμένα στην τοιχογραφία, δηλαδή Γοργοεπήκοος, Βρεφοκοατούσα , Φοβερά Προστασία, αλλά κράτησε για τον εαυτό της το όνομα Γοργοεπήκοος, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι υπακούει γρήγορα στις δεήσεις των πιστών και κατ’ επέκταση ότι η υπακοή παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη σωτηρία των ανθρώπων.

 

Μετά το θαύμα στο μοναχό Νείλο, στον οποίο χάρισε πάλι το φως του, η Παναγία μας θέλησε να δείξει μια άλλη ιδιότητά της, ένα άλλο χάρισμα για τη σωτηρία και την πνευματική προκοπή των ανθρώπων κι έδωσε στον εαυτό της το όνομα Γοργοϋπήκοος, τονίζοντας το έργο της διακονίας. Όπως και ο Υιός της, έτσι κι εκείνη διακονεί με άπειρους τρόπους τη σωτηρία μας. Κι όπως με την υπακοή της τότε στα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ συνέβαλε στη σωτηρία μας, έτσι και τώρα, ως υπακούουσα στα αιτήματά μας, επαναλαμβάνει με ταπείνωση: “ιδού η δούλη Κυρίου”.

 

Έτσι βοηθάει και σώζει γρήγορα όσους με πίστη καταφεύγουν σε αυτή και την επικαλούνται και την τιμούν ως Γοργοεπήκοο. Έκτοτε πολλές εικόνες, εκκλησίες, αλλά και μονές τιμούν την Παναγία την Γοργοεπήκοο, όπως άλλωστε κι εμείς που αποφασίσαμε με ευλάβεια να αφιερώσουμε το εσωτερικό παρεκκλήσιο του Μοναστηριού μας στο άγιο όνομά της. Γιατί πραγματικά αισθανόμαστε πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από τις πρεσβείες, τις μεσιτείες και την μητρική προστασία Της στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η Μητέρα του Κυρίου μας μεριμνά γοργά για τη σωτηρία όλων μας και αναδίδει χάρη σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη, ελπίδα και αγάπη. Ας την επικαλούμαστε πάντοτε, ας ψάλλουμε την παράκληση της και ας την πανηγυρίζουμε την ημέρα της εορτής της, την 1η Οκτωβρίου.

Η Ιερά Εικών της  Παναγίας της Γλυκοφιλούσας φυλάσσεται στην Ι.Μ Φιλοθέου. Όπως η Πορταΐτισσα έτσι και η Γλυκοφιλούσα είναι από τις εικόνες εκείνες που διασώθηκαν από την εικονομαχία και μεταφέρθηκαν θαυματουργικά στον Άθω. Ήταν κτήμα της Βικτωρίας, ευσεβούς συζύγου του εικονομάχου συγκλητικού Συμεών, η οποία, για να μην την παραδώσει, την έριξε στη θάλασσα.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Γλυκοφιλούσα

Η εικόνα πλέοντας όρθια στα κύματα έφθασε στον αρσανά της Μονής Φιλοθέου, όπου παρελήφθη με πολλή τιμή και χαρά από τον ηγούμενο και τους πατέρες της Μονής, που είχαν ειδοποιηθεί με αποκάλυψη της Θεοτόκου. Στο σημείο της ακτής, όπου απέθεσαν την εικόνα ανέβλυσε άγιασμα. Εκεί κάθε χρόνο την Δευτέρα της Διακαινησίμου γίνεται λιτανεία και αγιασμός.

 

ΘΑΥΜΑΤΑ
Πολλά είναι τα θαύματα της “Γλυκοφιλούσας”. Το 1713 απάντησε στις προσευχές του ευλαβούς εκκλησιάρχη Ιωαννικίου, που παραπονιόταν για την ένδεια του μοναστηριού, διαβεβαιώνοντάς τον ότι αυτή έχει την πρόνοια για τις υλικές ανάγκες της μονής. Το 1800 έσωσε ένα προσκυνητή που έπεσε κάτω από τον ξενώνα, που βρισκόταν στον τρίτο  όροφο. Η εικόνα είναι αμφιπρόσωπη με τη Σταύρωση στο πίσω μέρος και βρίσκεται στον κίονα του αριστερού χορού του Καθολικού.

 

Ο ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑΣ
Η εικόνα που παρατίθεται με το ένα πόδι του παιδιού γυμνό καθιερώνεται από τα κρητικά εργαστήρια του 15ου αιώνα, με παλαιολόγειο πιθανότατα πρότυπο και είναι έργο του Κρητικού ζωγράφου Ανδρέα Ρίτζου. Η Γλυκοφιλούσα είναι πάντα σε προτομή και αριστεροκρατούσα με το πρόσωπό της πολύ κοντά στο πρόσωπο του παιδιού της που φωλιάζει φοβισμένο στην αγκαλιά της.

 

Φορεί το πένθιμο πανοφόρι της, ενώ ο Χριστός είναι ντυμένος με γκριζογάλανο χειριδωτό χιτώνα και λαμπρό ιμάτιο. Τό βλέμμα του στρέφει προς την Παναγία η οποία βυθίζει το βλέμμα της πέρα από τον θεατή. Τό γυμνό πόδι του παιδιού που σχετίζεται με τή σημειολογία της εικονογράφισης του Χριστού-Αμνού στα χέρια της μητέρας του είναι η τοιχογραφημένη παράσταση της Παναγίας Αρακιώτισσας στα Λαγουδερά της Κύπρου, που χρονολογείται στα τέλη του 12ου αιώνος. Η ίδια έκφραση του Χριστού-Αμνού δηλώνεται και σε παραστάσεις της Υπαπαντής, όπου το παιδί στα χέρια της μητέρας του ή του Συμεών εικονίζεται από τα βυζαντινά χρόνια πολύ συχνά με τα πόδια γυμνά.

 

Άλλη παραλλαγή της εικόνας της Γλυκοφιλούσας είναι αυτή όπου ο Χριστός είναι μισοξαπλωμένος στην αγκαλιά της μητέρας του και με το λυγισμένο προς τα πάνω μικρό χέρι του θωπεύει το κάτω μέρος του προσώπου της. Ο διαμορφωμένος αυτός εικονογραφικός τύπος του Χριστού “αναπεσόντος” σε παράσταση της Γλυκοφιλούσας καθιερώνεται τον 14ο αιώνα και επικρατεί σε όλο το 15ο αιώνα, κυρίως στην Μακεδονία. Υποδηλώνει δέ την σχέση ύπνου-θανάτου ως προεικόνιση του Πάθους του παιδιού. Η παράσταση του ανακλινόμενου βρέφους με σταυρωμένα τα πόδια και το χέρι κάτω από το πρόσωπό του με την συμβολική έννοια ύπνου-θανάτου υπάρχει στα παλαιοχριστιανικά χρόνια, όπως αποδεικνύεται από την εφαρμογή του τύπου στα γνωστά ως τραπεζοφόρα.

Η Ιερά Εικών της Παναγίας της Μυροβλήτισσας φυλάσσεται στην Ι.Μ Αγίου Παύλου. Η θαυματουργή αυτή εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης που λεγόταν του Μυρελαίου. Από εκεί την έφερε στο Άγιον Όρος ο Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμηνός και την αφιέρωσε στην δεύτερη μονή την οποία ίδρυσε (μετά την Ξηροποτάμου) και που έλαβε το όνομά του (Ιερά Μονή Αγίου Παύλου).

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Μυροβλήτισσα

Η Αγία αυτή Εικόνα χάριτι Θεού άρχισε κάποτε να αναβλύζει μύρο γι΄ αυτό και από τότε ονομάζεται Μυροβλύτισσα. Ενεργεί πολλά θαύματα σ’  όσους προστρέχουν σ΄ αυτήν με ευλάβεια και επικαλούνται θερμά τη βοήθεια της Αειπαρθένου.

Η θαυματουργική αυτή Εικόνα της Παναγίας ευρίσκεται σήμερα εις την Ι. Μ. Ξενοφώντος, στο Άγιον Όρος. Μέχρι το 1730 βρισκόταν στην Ι.Μ. Βατοπαιδίου, το έτος όμως αυτό μυστηριωδώς εξαφανίστηκε από εκεί κεκλεισμένων των θυρών. Οι Πατέρες έψαξαν παντού στο Μοναστήρι, χωρίς να την βρουν πουθενά.

Θαυματρουργές Εικόνες, Παναγία η Οδηγήτρια

Ακούστηκε κατόπιν, ότι βρίσκεται στην Μονήν του Ξενοφώντος. Έστειλαν από το Βατοπαίδι επιτροπή από Πατέρες.

 

-Πως βρέθηκε εδώ τους ερώτησαν.
-Βρέθηκε στο Ναό. Αλλά πως και από πού το αγνοούμε, απάντησαν. Κατάλαβαν τότε, ότι επρόκειτο περί θαύματος.
-Δική σας είναι και να την πάρετε είπαν στους Βατοπαιδινούς. Πράγματι! Την πήραν και την ξαναπήγαν στην θέση της στο Βατοπαίδι. Έλαβαν δε τα μέτρα τους και κλείδωσαν τις πόρτες, για να μη την ξανά χάσουν.

 

Αλλά και πάλι έφυγε η Εικόνα και ξαναπήγε στην Ι.Μ. Ξενοφώντος. Εκεί την βρήκαν οι Βατοπαιδινοί. Κατάλαβαν, ότι η Παναγία ήθελε να μείνει εκεί η Εικόνα της. Γι’ αυτό και δεν την ξαναπήραν. Μόνον προσκύνησαν και έψαλαν μπροστά στην Άγια Εικόνα διάφορους ύμνους και παρακλήσεις. Αποφάσισαν δε να στέλνουν τακτικά στην Ι.Μ. Ξενοφώντος κερί και λάδι για την Εικόνα. Από τότε την ονόμασαν «Οδηγήτρια» και ευρίσκεται στην Ι.Μ. Ξενοφώντος.

Η θαυματουργική αυτή Εικόνα της Παναγίας της Παλαιολογίνας φυλάσσεται σήμερα εις την Ι. Μ. Γρηγορίου, στο Άγιον Όρος. Το όνομα της Παλαιολογίνας ήταν Οδηγήτρια Παντάνασσα. Αργότερα σε αντιδιαστολή από άλλες ομώνυμες, επωνομάσθηκε Παλαιολογίνα, από το όνομα της δωρήτριας της, της “ευσεβεστάστάτης Κυρά Μαρίας Ασανίνας Παλαιολογίνας, κυράς της Μολδαβλαχίας”,  όπως είναι χαραγμένο σε μικρή χρυσή επιγραφή επικολλημένη επάνω στο αργυρό επένδυμα της εικόνας. Εδώ η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται από ένα γλυκό και συνάμα πένθιμο ύφος, ενώ κρατά τον Χριστό τριετή.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Παλαιολογίνα

Η παράδοση αποδίδει πολλά θαύματα στην εν λόγω εικόνα, καθώς αναφέρουν παλαιότεροι πατέρες της μονής. Το σπουδαιότερο είναι το γεγονός ότι κατά την πυρκαϊά του 1762, τότε που ολόκληρο το Καθολικό της μονής έγινε παρανάλωμα του πυρός χωρίς να διασωθεί τίποτε, μόνο η εικόνα αυτή έμεινε αβλαβής μέσα στη φωτιά και βρέθηκε επάνω στη στάχτη στον τόπο που είναι τοποθετημένη σήμερα, δηλαδή στον πρώτο από αριστερά κίονα του κυρίως ναού, στραμμένη προς Νότο.

Η Ιερά Εικών της Παναγίας της Αντιφωνήτριας φυλάσσεται στην Ι.Μ Βατοπεδίου. Η εικόνα ονομάστηκε έτσι όταν η κόρη του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Πλακιδία, φεύγοντας από την Ρώμη όπου ήταν παντρεμένη, θέλησε να επισκεφτεί τον αδελφό της Αρκάδιο στην Κωνσταντινούπολη. Ζήτησε και την άδεια, περνώντας από το Άγιο Όρος, να έρθει και να προσκυνήσει στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία η Αντιφωνήτρια

Έγινε με λαμπρότητα δεκτή και, είτε από ταπεινοφροσύνη είτε κατά θεία οικονομία, εισήλθε στον Καθολικό Ναό όχι από τις Βασιλικές πύλες, με ευλάβεια και κατάνυξη. Μόλις μπήκε από τη βόρεια μικρή πόρτα στον νάρθηκα, ξαφνικά ακούει δυνατή φωνή που έλεγε: “τι θέλεις εσύ εδώ; εδώ είναι Μοναχοί και συ είσαι γυναίκα. γιατί δίνεις αφορμή στον εχθρό να τους πολεμά με πονηρούς λογισμούς; στάσου και μη προχώρησης μήτε ένα βήμα, αν θέλεις το καλό σου”. Έντρομη η Πλακίδια τα ‘χασε από το φόβο, γονάτισε και ζήτησε έλεος.

 

Σε ανάμνηση αυτού του θαύματος έκτισε το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, και κει που ακούστηκε η φωνή διέταξε να αγιογραφηθεί στον τοίχο εικόνα της Θεομήτορος, προ της οποίας ως σήμερα καίει ακοίμητη καντήλα. Η Εικόνα αυτή ονομάζεται “Αντιφωνήτρια”.
Η βασίλισσα ανέφερε το γεγονός στον Αρκάδιο, ο οποίος αφιέρωσε Μετόχιο στη Μονή, έδινε κατ’ έτος χρήματα και θέσπισε να μην εισέρχονται γυναίκες στο Άγιο Όρος. Οι Μοναχοί κράτησαν αυτήν την αρχαία παράδοση και δεν επιτρέπουν την είσοδο ούτε σε θηλυκά ζώα.

 

Αυτόν τον κανόνα τον σεβάστηκαν ακόμη και οι Τούρκοι κατακτητές επί 450 χρόνια. Παλαιοί Πατέρες αναφέρουν μάλιστα ότι όταν κάποτε Τούρκοι αστυνομικοί θέλησαν να φέρουν τις γυναίκες τους και έκαμαν τις απαιτούμενες ενέργειες (έγγραφο με υπογραφές), προτού να ξεκινήσει ο ανώτερος τους από τη Δάφνη, πίνοντας τον καφέ του έπεσε κάτω και πέθανε.

 

Οι άλλοι τα ‘χασαν και έλεγαν στους μοναχούς: η γυναίκα που έχετε εδώ δεν αφήνει να φέρουμε τις γυναίκες μας. Τον νεκρό τον έθαψαν και ακολούθησε νεροποντή κατακλυσμιαία, ώστε παρασύρθηκε το πτώμα και ξεβράστηκε στην απέναντι χερσόνησο. Με αυτόν τον τρόπο έδειξε η Παναγία ότι ούτε και νεκρό ακόμη δέχεται αυτόν που τόλμησε να παραβιάσει το άβατο του Αγίου Όρους.

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΗ ΜΟΝΗ
Κατά τους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου, το έτος 1020, η αγία εικόνα της Αντιφωνήτριας έκανε το ακόλουθο θαύμα στην Μονή Κωσταμονίτου. Κατά την πρώτη του μηνός Αυγούστου κατά την οποία εορτάζει η αγία Εκκλησία μας την Πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ο τότε εκκλησιάρχης της μονής ονόματι Αγάθων, ήταν πολύ λυπημένος γιατί η μονή εστερείτο τα αναγκαία προς ευπρέπεια και φωτοχυσία της εκκλησίας.

 

Ήταν παραμονή της εορτής της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου Στεφάνου, πολιούχου της μονής και ευρισκόμενος σε τέτοια θλίψη παρακαλούσε τη Θεοτόκο με θερμά δάκρυα, γονατισμένος μπροστά στην αγία της Εικόνα όλη νύχτα. Νηστικός και κουρασμένος καθώς ήταν, αποκοιμήθηκε για λίγο και αμέσως ήλθε σε έκσταση και ακούει φωνή από την εικόνα της Αντιφωνήτριας που του έλεγε να μην λυπάται και στεναχωρείται, γιατί αυτή φροντίζει για κάθε πράγμα στο Άγιο Όρος.

 

Πραγματικά προς διαβεβαίωση των λεγομένων, το πιθάρι της εκκλησίας γέμισε από λάδι καθώς και τα υπόλοιπα δοχεία της μονής από τα αναγκαία προς το ζην. Όταν τα άκουσε αυτά ο Αγάθων ξύπνησε χαρούμενος θαυμάζοντας για την όραση. Αμέσως έφυγε και πήγε στο ναό. Όταν διαπίστωσε ότι το πιθάρι του λαδιού ήταν γεμάτο. Εξεπλάγην και κήρυξε μεγαλόφωνα σε όλους τους αδελφούς το θαύμα.

Η Παναγία η Βηματάρισσα ή Κτητόρισσα είναι η «εφέστιος» εικόνα της Μονής Βατοπαιδίου και είναι τοποθετημένη στο σύνθρονο του  Ιερού Βήματος του καθολικού της Μονής. Κατά την παράδοση, ο  Αρκάδιος, γιός του Μεγάλου Θεοδοσίου του αυτοκράτορα, βρισκόμενος σε ναυάγιο, μεταφέρθηκε στην στεριά κάτω από μία βάτο, με θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, στην περιοχή όπου αργότερα θα κτιζόταν η Μονή Βατοπαιδίου, και εκεί βρήκε αυτήν την εικόνα της Παναγίας.

Θαυματουργές Εικόνες, Παναγία Κτητόρισσα

Με την εικόνα αυτή σχετίζεται ένα θαύμα που έγινε τον 10ο αιώνα. Όταν κάποτε έγινε επιδρομή των Αράβων στην Μονή, ο ιεροδιάκονος και βηματάρης (επιμελητής του ιερού βήματος και συνεπώς, υπεύθυνος για τα άγια λείψανα και λοιπά κειμήλια που φυλάσσονται εκεί) Σάββας πρόλαβε και έριξε την εικόνα της Παναγίας στο πηγάδι του  Ιερού Βήματος μαζί με τον σταυρό του Μεγάλου Κωνσταντίνου και μία λαμπάδα αναμμένη που πάντοτε έκαιγε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.

 

Το μοναστήρι λεηλατήθηκε και ο Σάββας με τους άλλους μοναχούς οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Κρήτη. Όταν μετά εβδομήντα χρόνια ελευθερώθηκε η Κρήτη από τους πειρατές, επί Νικηφόρου Φωκά του αυτοκράτορα, ελευθερώθηκε και ο όσιος Σάββας και επέστρεψε υπέργηρος στην Μονή.  Εκεί υπέδειξε στον τότε ηγούμενο της Μονής Νικόλαο να ανοίξουν το πηγάδι, όπου – ω του θαύματος! – βρήκαν την εικόνα και τον σταυρό όρθια πάνω στο νερό και την λαμπάδα αναμμένη όπως την είχε ανάψει πριν από εβδομήντα χρόνια!

 

Συνέβηκε δηλαδή διπλό θαύμα· τα ιερά αντικείμενα που είχαν πέσει μέσα στο νερό δεν καταστράφηκαν, από θαύμα και πρόνοια της Παναγίας, και η λαμπάδα έκαιγε εβδομήντα χρόνια χωρίς να εξαντλείται! Έκτοτε σε ανάμνηση του θαύματος, ψάλλεται Παρακλητικός Κανόνας προς την  Υπεραγία Θεοτόκο κάθε Δευτέρα απόγευμα, και κάθε Τρίτη τελείται στο καθολικό Θεία Λειτουργία, ενώ σε όλες τις λιτανείες της Μονής πρωτοστατεί αυτή η εικόνα της Παναγίας.

 

Εορτάζεται ιδιαίτερα την Τρίτη της Διακαινησίμου, όπου και γίνεται μεγάλη λιτανεία γύρω από την Μονή προς τιμή της εικόνας. Η εικόνα αυτή βρίσκεται σήμερα στο σύνθρονο του ιερού βήματος, λέγεται δε και “Κτιτόρισσα”, από το γεγονός ίσως ότι η ανεύρεσή της σχετίζεται με την ανοικοδόμηση της μονής από τους τρείς αδελφούς και κτίτορες της μονής, Αθανάσιο, Νικόλαο και Αντώνιο, που μόνασαν περί τα τέλη του Ι’ αιώνα.