Σύντομο Ιστορικό

Σύντομη ανασκόπηση της ζωντανής ιστορίας του Αθωνικού μοναχισμού

Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους, ο βορειοανατολικός δάκτυλος της γιγαντιαίας μυθικής παλάμης της Χαλκιδικής, που εισέρχεται σε βάθος 60 και πλέον χιλιομέτρων στο Αιγαίο πέλαγος, κατέχει έκταση 332,5 τετρ. χιλιομέτρων. Η κατάσταση εδαφολογικά χαρακτηρίζεται ανώμαλη: λοφοσειρές που αρχίζουν από τη Μεγάλη Βίγλα σε παράταξη, κατευθυνόμενες προς τον Άθω, παρατάσσονται, για να στηρίξουν, στην απόληξη τους, τον μυθικό πέτρινο γίγαντα Άθω, υψόμετρου 2.035 μέτρων. Η γη είναι κατάφυτη, χωρίς να είναι ιδιαίτερα λιπαρή. Γίνεται όμως τέτοια στους κήπους των σκηνωμάτων, όπου, αιώνες μοναστικού μόχθου, δημιούργησαν γη καρπερή, από φυσικό λίπασμα, φυλλόχωμα μεταφερμένο από το δάσος.

Η Χερσόνησος, πριν καθιερωθεί σε μοναχοπολιτεία, αποτελούσε τον τόπο όπου κατοικούσαν φύλα «δίγλωσσα», «Xαλκιδικόν ένι βραχύ, το δε πλείστον Πελασγικόν». Οι κοινότητές τους δεν ήταν παρά «μικρά πολίσματα», ολιγάνθρωπα και περιορισμένης ιστορικής σημασίας. Ορισμένες πόλεις, εντός των ορίων της Χερσονήσου, μας είναι γνωστές: «Δίον, Ολόφυξος, Ακρόθωον, Θύσσος, Κλεωναί». Εκτός δε της Χερσονήσου, βρίσκονται οι πόλεις: Πάνορμος, Στρατονίκη, Άκανθος, Σίγγος, Απολλωνία, Στάγειρα, Αμφίπολις, Γαληψός, Όλυνθος, Άσσα, Πύλωρος, Σίγγος, Σάρτη, Τορώνη, Ποτίδαια, Ουρανούπολις και άλλες.

Ο Άθως συνέδεσε την ιστορία του και με δύο καταποντισμούς στόλων. Ο πρώτος συνέβη το 492 π.χ. όταν ο στρατηγός των Περσών Μαρδόνιος εκστρατεύει κατά των Αθηνών και της Ερέτριας. Στους βράχους του Νυμφαίου βυθίζονται τα 300 πλοία εκείνου, μαζί με 20.000 οπλίτες. Το 411 π.Χ. βυθίζονται 50 Σπαρτιάτικα πλοία, με ναύαρχο τον Επικλέα.

Ο εποικισμός του Άθω είναι αρχαιότατος και χάνεται στην αχλύ της πρωτοϊστορίας. Πρώτοι έποικοι αναφέρονται Πελασγοί από τη Λήμνο. Μετά την παύση του Τρωϊκού πολέμου, το 1184 π.Χ., μεγάλες περιοχές κοντά στην Τροία, μέχρι και τη Χαλκιδική, βρίσκονται έρημες και ακατοίκητες. Τότε δύο δυναμικές πόλεις της Εύβοιας, η Ερέτρια και η Χαλκίς, αλλά και η Άνδρος, πολίζουν τη Χαλκιδική, φυσικά και τον Άθω. Το επίτευγμα που πρέπει να αναφερθεί από την αρχαιότητα είναι το ότι κατά το 481 ολοκληρώθηκε η κατασκευή της διώρυγας του Άθω από τον Ξέρξη που διήρκεσε 3 χρόνια.

Στη μυθολογία ο Άθως κατέχει μέρος σημαντικό, αφού ήταν αφιερωμένος στο Δία. Την κορυφή του πατούσαν μόνο οι Θεοί, στο διάβα τους από τόπο σε τόπο. Ή έπεμπαν φρυκτωρίες, «λαμπρόν σέλας», επί μεγάλων κοσμοϊστορικών γεγονότων, όπως η πτώση της Τροίας.

Κατά το μεγάλο κοσμοϊστορικό και κοσμοχαρμόσυνο γεγονός του ευαγγελισμού των εθνών, ο Άθως δέχθηκε, πάλι, «λαπρόν σέλας», για να το καταπέμψει εν τω δέοντι καιρώ. Ο Απόστολος Παύλος και οι λοιποί θετοί συνοδοί του, περνούν πλάι του, «διοδεύοντες Αμφίπολιν και Απολλωνίαν». Εκχριστιανίζεται ταχύτατα, παρασκευαζόμενο την εσόμενη απογείωσή του. Με τον ισλαμικό επεκτατισμό, από τον Ζ’ αι., τα πολίσματα του Άθω, δεχόμενα συχνές επιδρομές βάρβαρων φύλων, ερημώνονται, επί ένα ίσως και δύο αιώνες, ως προάγγελος της εισόδου σε μια νέα κλήση.

Ο πρώτος οικιστής, ο οποίος και εγκαινιάζει τη νέα κλήση του Άθω είναι ο Άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης (Η’ αι.). Ο Πατήρ ασκήτευσε εδώ επί 53 χρόνια, χωρίς να συναντήσει άνθρωπο. Μετά την κοίμησή του, το σκήνωμά του το οποίο μυρόβλυζε, αλλά και η φήμη των ασκητικών παλαισμάτων του, ελκύουν τους πρώτους μιμητές, προερχόμενοι, μάλλον από την Παλαιστινιακή γη, ξεριζωμένοι από τις μοναστικές τους εστίες, λόγω της ισλαμικής προέλασης, Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη χρήση ονομασιών Παλαιστινιακών μονών στον Άθω. Όλοι τούτοι απετέλεσαν και την πρώτη ζύμη της Αγιορείτικης μοναχοπολιτείας, γι’ αυτό και επειδή είχαν ιστορία εικονόφιλης δράσης, συμμετείχαν στη Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, το 843. Κατά τον Θ’ αι., πολλοί επιφανείς ασκητές, με τα ασκητικά τους παλαίσματα, εμπεδώνουν την ονομασία του Άθω ως Άγιον Όρος. Κατά τον 859 – 860, βρίσκεται να ασκητεύει εδώ ο Άγιος Ευθύμιος, μαζί με τον Ιωσήφ. Δύο μαθητές του Αγίου, Ιωάννης ο Κολοβός και ο Όσιος Βασίλειος, ιδρύουν τις πρώτες μονές στον Άθω: ο πρώτος την ομώνυμη μονή κοντά στην Ιερισσό και ο δεύτερος άλλη ομώνυμη μονή στον αρσανά της Μ. Χιλανδαρίου.

Ένας άλλος, σύγχρονός τους, ο Άγιος Βασίλειος εξ Αμορίου ιδρύει μονύδριο στα ριζά του Άθωνα. Το 883 εκδίδεται και το πρώτο αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο, από τον Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα, με το οποίο και ευνοείται η απρόσκοπτη ανάπτυξη του Αγίου Όρους σε μοναχοπολιτεία, με το αίτημα, οι εδώ ασκούμενοι να εύχονται «υπέρ της γαληνότητος και υπέρ παντός του των χριστιανών συστήματος». Το δεύτερο χρυσόβουλλο εκδίδεται το 908, και το τρίτο, το 934, όπου δεικνύεται το αυτοκρατορικό ενδιαφέρον υπέρ του Αγίου Όρους. Από δω διαπιστώνεται πως το πνευματικό κέντρο του Αγίου Όρους, με διοικητικές αρμοδιότητες, μετεφέρθη από τον Ζυγό στις Καρυές, και πως το Πρωτάτο, ως «καθέδρα των γερόντων» αποτελεί το σύμβολο της πνευματικής εξουσίας και της παναγιορειτικής ενότητας. Το 942 – 944, με ειδικό επίσημο έγγραφο, διευθετείται και η οριοθέτηση μεταξύ των Αθωϊτών και των Ιερισσιωτών, με φυσικό σύνορο τον Ζυγό, όπως και σήμερα.

Άγιο Όρος, Πύργος Μονής Χιλανδαρίου 1923
Άγιον Όρος, Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου το 1920
Άγιον Όρος 19ος αιώνας
Άγιο Όρος, Ασκητής μπροστά στο κελλί του

Τον Ι΄ αι. το Άγιον Όρος επιβάλλεται ως πανορθόδοξη και οικουμενική μοναστική πολιτεία, από την παρουσία του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 930 και πέθανε στη Μεγίστη Λαύρα, που αυτός ίδρυσε, το 997. Το 961 ο Αθανάσιος, καλεσμένος στην Κρήτη, από τον ανδρείο στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα (963) Νικηφόρο τον Φωκά, συντελεί στην ανακατάληψη της Νήσου από τους Σαρακηνούς που την κατείχαν. Η εκστρατεία εκείνη, μεγάλης σημασίας για τη Μεσόγειο, στέφεται από επιτυχία, δι’ ευχών του Αγίου. Οι πειρατικοί θησαυροί στα 1.500 σπήλαια της Κρήτης περνούν στην κατοχή των νικητών. Ο Νικηφόρος παραχωρεί με ευγνωμοσύνη στον δάσκαλό του, που συνετέλεσε στην κατάληψη, μέρος εκείνου του θησαυρού, για να ιδρυθεί η Λαύρα. Η ανέγερση της Λαύρας εισάγει επαναστατική εποχή για τ’ αγιορείτικα πράγματα, όπου τα συντηρητικά στοιχεία του Άθω την αντιμετωπίζουν ως επικίνδυνη καινοτομία, που ανέτρεπε τον ήδη διαμορφωμένο θεσμό του ερημιτισμού στον Άθω. Δημιουργείται κλίμα διχοστασίας και οι φιλονικίες φτάνουν μέχρι τον αυτοκράτορα Ιωάννη τον Τσιμισκή (967 – 976), ο οποίος και στέλνει εδώ τον ηγούμενο της μονής Στουδίου Ευθύμιο. Ο Ευθύμιος επαναφέρει την ευταξία, εκδίδοντας και το Α΄ Τυπικό (972).

Ο ΙΑ’ αιώνας αρχίζει με το μεσουράνημα του Αγίου Όρους, το οποίο αναγνωρίζεται ως η μεγαλύτερη μοναστηριούπολη της οικουμένης, με πρωτολογική και εσχατολογική εμβέλεια. Εδώ αλληλοπεριχωρούνται όλοι οι τρόποι μοναστικής άσκησης, από τον ακραίο ερημιτισμό μέχρι και τον ιδιόρρυθμο.

Οι μεγάλες Μονές είναι ήδη στερεωμένες: Μ. Λαύρα, Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Ξηροποτάμου, Ζωγράφου, Δοχειαρίου, Φιλοθέου, Εσφιγμένου, Ρωσικού, Αμαλφηνών. Λειτουργούν και περί τα 180 μονύδρια, κελλιά και καλύβες, ενώ ο αριθμός των μοναχών ανέρχεται σε 3.000 και πλέον. Οι μεγάλες Μονές είναι αυτοδιοίκητες και ανεξάρτητες από τη βουλή του Πρώτου. Και καλούνται «βασιλικαί», «μέγισται», «πρώται», ενώ οι άλλες χαρακτηρίζονται ως «ελάσσω», «δεύτεραι», «τα υπό τον Πρώτον μοναστήρια». Το 1045 συντάσσεται το Β΄ Τυπικό, με σκοπό την επαναφορά όσων αθετήθηκαν. Τα υπογράφει ο Κων/νος ο Θ΄, ο Μονομάχος. Ο Πρώτος αναγνωρίζεται ως ο πρόεδρος, ο «προκαθεζόμενος» των συνάξεων, ενώ παράλληλα με τη σύναξη των γερόντων λειτουργεί η μικρή σύναξη διάρκειας, η Επιστασία.

Αλλά, φευ, οι λαμπρές μέρες που το Άγιον Όρος απλωνόταν, φτάνουν στο τέλος. Η Αγιορείτικη κοινότητα κινδυνεύει συθέμελα με τη βέβηλη κυριαρχία μεγάλου μέρους της βυζαντινής επικράτειας, μαζί και του Άθω από τους σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας (1204). Τώρα το Άγιον Όρος, με γράμμα του Πάπα Ιννοκεντίου Γ΄ (27/11/1206), υπάγεται πολιτικά στο «κράτος», της Θεσσαλονίκης, υπό τον Βονιφάτιο de Montisterrati και εκκλησιαστικά υπό τον «επίσκοπο» Σαμάρειας – Σεβάστειας, συμβατικής παπικής επισκοπής στη Θράκη. Από δω και στο εξής, η τυραννία, οι αρπαγές, οι ταπεινώσεις, οι φόνοι θα είναι τρόπος ζωής. Τα μοναστήρια «αθρόον απέσβη καθάπαξ ρεύσαντα, των ενοικούντων δίκην ιερείων απανθρώπως ανηρημένων». Tο 1222 ο δεσπότης Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας ανακαταλαμβάνει τη Μακεδονία και το Όρος βρίσκεται πάλι ελεύθερο. Το 1261, με την ανακατάληψη της Πόλης, το Όρος ανανεώνει τους δεσμούς του με το Πατριαρχείο. Η κατάσταση όμως θα παραμείνει ρευστή, επιτεινόμενη από τις συχνές εφόδους των Βουλγάρων, Σικελών, Φράγκων, Τούρκων. Ενώ ήταν ακόμη νωπή στους Έλληνες η ζοφερή μνήμη της λατινοκρατίας, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Η΄ αρχίζει τις προσπάθειες για την ένωση της Ορθοδοξίας με τον παπισμό, που οι εκπρόσωποι του τελευταίου εννοούσαν ως υποταγή και απορρόφηση. Η ένωση εκείνη συντελείται το 1277.

Οι Αγιορείτες με σεβασμό, αλλά και σταθερότητα μηνύουν του αυτοκράτορα και της Συνόδου να ανανήψουν, όμως ο Μιχαήλ «εξ τόσον γαρ παρωξυσμένος ήν, λογισμοίς αγρίοις διεκβακχευθείς» ώστε κατεδίκαζε σε ποινή την κάθε κίνηση: «μόνον τινά κινηθέντα…». Το Άγιον Όρος κόβει το μνημόσυνο του αυτοκράτορα κι αυτός στέλνει εδώ στρατεύματα, να εκδικηθούν: «διέταξε πάντας (Αγιορείτες) μαχαίρας έργον γενέσθαι». Μονές πυρπολήθηκαν, καθώς και το Πρωτάτο: «πυρί παρέδωσαν το Πρωτάτον άπαν συν τη εκκλησία» Μετά το θάνατο του Μιχαήλ, αυτοκράτορας ανακηρύσσεται ο γιος του Ανδρόνικος Β΄ (1282 – 1328) που έριξε το βάρος στην ανασυγκρότηση και την επούλωση των πληγών, εκδίδοντας, ειδικά για το Άγιον Όρος πάνω από 100 χρυσόβουλλα. Κατά το διάστημα 1307 – 08, ένα κύμα καταλάνικων συμμοριών, με επικεφαλής έναν εβραίο τσαρλατάνο, τον Arnaldo de Villanova, κατακλύζει τον Άθω, φέρνοντας την καταστροφή. Με την προέλαση των Σέρβων και την επίσκεψη του κράλλη Στέφανου Dusan, το 1347 – 48, Σέρβοι αρχιερείς ζητούν να υπαγάγουν τον Άθω υπό το νεωστί εμφανισθέν πατριαρχείο των Σέρβων. Οι Αγιορείτες, δι’ ενεργειών του Πατριάρχη Φιλόθεου Κόκκινου, μετέρχονται ελιγμό, δηλώνοντας εξάρτηση από τον Έλληνα επίσκοπο Ιερισσού, για λίγα χρόνια. Δύοντος του αιώνος, εκδίδεται και το Γ΄ Τυπικό, το 1393.

Μέχρι εδώ, ένα ιστορικό πανόραμα της παρουσίας και δραστηριότητας του Άθω δίνει την εικόνα τούτη: ο Άθως μεταποιείται σε ασκητικό κέντρο και αποκτά ταυτότητα (Θ΄ αι) υποστασιώνεται με νόμους και τυπικά (Ι΄ αι.) συγκροτείται κτηριακά και απλώνεται ανάλογα με τη φήμη του (ΙΑ΄ αι.) δοκιμάζει την έξαρση και την ύφεση σε δυναμικές μορφές (ΙΒ΄ αι.) υπερβαίνει τις επικίνδυνες καμπές της ιστορίας με σύνεση και βούληση (ΙΓ΄ αι.).

Άγιον Όρος, ερείπια εγκαταλελειμμένου μοναστηριού
Άγιον Όρος, η Ιερά Μονή Παντελεήμονος το 1871
Άγιον Όρος, Μοναχοί και Ηγούμενος στην Τράπεζα
Άγιο Όρος, Ομάδα μοναχών

Όμως ο αιώνας, όπου το Άγιον Όρος θα θριαμβεύσει δυναμικά και για πρώτη φορά, στη θεολογία, την τέχνη, τον μυστικισμό, θα είναι ο ΙΔ΄! ο αιών του Ησυχασμού. Ο Ησυχασμός δεν είναι απλώς ένα κίνημα είναι άσκηση και βίωση της Ορθοδόξου πνευματικότητος είναι μέθεξη του κεκρυμμένου μυστηρίου είναι θεολογική ανάταση και βυθισμός σε απρόσιτες διανοίξεις του δόγματος. Μόνο εδώ συνέτρεξαν η αριστοκρατικότητα της πνευματικής κοινωνίας με την ταπεινοφροσύνη του ησυχαστικού βίου. Εδώ ο Θεολόγος κοινωνεί μ’ ένα συγκροτημένο και συνεπές σύστημα ο μυστικός μ’ έναν αυθεντικό και αλάθητο κανόνα πνευματικής ζωής ο καλλιτέχνης με μιάν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Το 1380 το Άγιον Όρος κυριεύεται για μια 25ετία από το «δυσσεβές και θεομισές και παμμίαρον γένος των οθωμανών» και το 1403 ο γενναίος Βασιλιάς Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος ανακαταλαμβάνει τη Μακεδονία μέχρι τα Τέμπη, αναγκάζοντας τους Τούρκους, με ειδικό όρο της 29/09/1404, να μην εισέρχονται στο Όρος ούτε να ενοχλούν τους μοναχούς. Οι πιστοί του Αλλάχ δεν ληστεύουν μόνο τις περιουσίες, δεν καταλύουν μόνο τα κτίσματα εκ θεμελίων, δεν πυρπολούν τις καλλιέργειες, αλλά αγριεύουν και τους ανθρώπους ως αιχμαλώτους.

Το 1424 το Άγιον Όρος παραδίδεται στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, αφού απέσπασε την υπόσχεσή του ότι θα γίνουν σεβαστά τα θέσμια του Άθω. Τώρα οι Αγιορείτες καλούνται να χρησιμοποιήσουν όλη την επίνοιά τους, αλλά και χρήμα πολύ, για να τηρήσουν τον Άθω ακέραιο, που στέναζε από τα υπέρογκα χαράτσια, τις αυθαιρεσίες των κρατικών οργάνων, τον στρατωνισμό οπλιτών, τις πειρατικές και ληστρικές εφόδους.

Τις κρίσιμες εκείνες ώρες αναδέχονται την προστασία του Άθω οι ομόπιστοι ηγεμόνες του Βορρά: της Ουγγροβλαχίας, της Μολδαβίας, της Γεωργίας, της Ρωσίας. Από το Β΄ μισό του ιστ΄ αι. το σκοτάδι πυκνώνει, αφού η τυραννία συστηματοποιείται. Το 1568 ο πολυχρονομένος σουλτάνος Σελίμ Β΄ προβαίνει στη δήμευση των αγιορειτικών κτημάτων, μαζί και όλης της ακίνητης περιουσίας τους. Οι Μονές, για να τ’ αποκτήσουν πάλι, καταφεύγουν σε εβραίους τοκογλύφους, με συνέπεια να κινδυνεύουν να περιέλθουν στην κατοχή εκείνων. Η απειλή ήταν μεγάλη και ορατή. Ο Άγιος Διονύσιος, τέκνο του Αγίου Όρους, που ασκήτευε στο Θεσσαλικό Όλυμπο, ψέγει τους Αγιορείτες, γι’ αυτή τους την αφροσύνη:Είχατε πολλά πολύτιμα αντικείμενα, «και δεν τα επωλήσατε, αμέ τα εδώσατε εις τους εβραίους, τους εχθρούς του Θεού και τα εκέρδησαν μόνον δια τον τόκον…». Συγχρόνως τους παρηγορεί ότι υπάρχουν πολλοί άγιοι στο Όρος. Ο αριθμός των μοναχών, κατά την περίοδο εκείνη, υπερβαίνει τις 6.000. Τότε, το 1574, εκδίδεται και το Ε΄ Τυπικό.

Ο Ελληνισμός, εξίσου, και το Άγιον Όρος προετοιμάζονται για την αποτίναξη του ζυγού. Οι προετοιμασίες, πάντοτε αθόρυβες γίνονται σε όλα τα επίπεδα. Οι νεομάρτυρες, ψυχές έμπληστες φλόγας και πάθους, είναι εκείνοι που σφραγίζουν με το αίμα τους την πίστη και την ελληνικότητά τους, ενώ οπλίζουν με δύναμη και πάθος τις ψυχές των υποδούλων. Χιλιάδες οι νεομάρτυρες κι ένας στους δύο ειν’ Αγιορείτης. Ακολουθούν οι δυνάμει μάρτυρες: οι αλείπτες νεομαρτύρων, οι λόγιοι, οι εθναπόστολοι, οι οπλουργοί, οι αρματολοί, οι δάσκαλοι, οι Φιλικοί, οι Προφήτες. Από τους τελευταίους να αναφερθεί ο πάμμεγας Πατροκοσμάς (1714 – 79), που σαν Άτλαντας κράτησε στους ώμους του τον Ελληνισμό. Επί 19 χρόνια οργώνει τα Βαλκάνια, κυρίως την Ελλάδα. Εμψυχώνει και εμπνέει τον περίτρομο ραγιά, θυμίζοντάς του την ευγενή καταγωγή του και την υπεροχή του έναντι των τούρκων και των εβραίων, όπου οι πρώτοι τον ταπεινώνουν ανελέητα και οι δεύτεροι τον καταδολιεύονται με σατανικότητα.

Το μήνυμα της Επανάστασης βρίσκει τον Άθω να δονείται από πάθος. Ο ξεσηκωμός ήταν καθολικός, χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Οι Αγιορείτες που συμμετείχαν σ’ αυτήν ορίζονται από χίλιοι εώς υπερδισχίλιοι. Όμως τα πυρομαχικά τέλειωσαν και αρχίζει η αναστροφή, ανατριχιαστική στην περιγραφή της. Ο Άθως θα αργήσει να ελευθερωθεί. Στις 2/11/1912 απελευθερώνεται με τη δυναμική παρουσία της ναυαρχίδας «Αβέρωφ» και ναύαρχο τον θρυλικό Παύλο Κουντουριώτη. Η άνοδος που άρχισε από την αρχή του αιώνα, έφτασε στο αποκόρυφο το 1917. Μοναχοί που φτάνουν τις 10.000, έμποροι και τεχνίτες 500 – 600, καταστήματα και εργαστήρια 120, ναυτιλιακές εταιρείες 3. Το 1924 ψηφίζεται ο Καταστατικός Χάρτης, με τον οποίο καθορίζονται οι σχέσεις Αγίου Όρους και Ελληνικού Κράτους. Το 1963 γιορτάζεται με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και χάρη η επέτειος της Χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, το τελευταίο μεγάλο και λαμπρό γεγονός στην πολύπλαγκτη ιστορία του Άθω.