Οργάνωση & Διοίκηση

Δομή, οργάνωση και διοίκηση της Αθωνικής κοινότητας
Α’ ΤΥΠΙΚΟ

Το ιστορικότερο κείμενο του Αγίου Όρους

Στο αρχειοφυλάκιο του Πρωτάτου φυλάσσεται το Α΄ Τυπικό του Αγίου Όρους, υπογεγραμμένο ιδιοχείρως από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιωάννη Τσιμισκή και τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Επονομάζεται «Τράγος», γιατί είναι γραμμένο σε δέρμα τράγου και αποτελεί το ιστορικότερο κείμενο του Αγίου Όρους.

Το Τυπικό του 972, ρυθμίζει τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της κεντρικής διοικήσεως του Αγίου Όρους, δηλαδή του Πρώτου, των αξιωματούχων του Πρωτάτου καθώς και της Συνάξεως των Καρυών, οριοθετεί τις σχέσεις τους με τους μοναχούς και προσδιορίζει τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών μοναχών. Παρ  όλο όμως ότι προστατεύει το αρχαίο καθεστώς των αναχωρητών, φαίνεται σαφώς να αναγνωρίζει την υπεροχή του κοινοβιακού συστήματος ως μεθόδου ασκητικού βίου στον Άθω.

ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Νομικό καθεστώς και διοικητική οργάνωση

Το Άγιο Όρος διέπεται από ένα ιδιότυπο νομικό καθεστώς που έγκειται σε ένα πλέγμα διατάξεων του Συντάγματος, διεθνών συνθηκών, του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του υπόλοιπου εσωτερικού δικαίου, με βασικότερο κανονιστικό κείμενο τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος οργανώνει διοικητικά την περιοχή.

Σύμφωνα με το άρθρο 105 του Συντάγματος της Ελλάδας, το Άγιο Όρος αποτελεί “αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους”. Διοικητικά τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και πνευματικά υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εξ ου και δεν επιτρέπεται η μνημόνευση άλλου Επισκόπου πλην του Οικουμενικού Πατριάρχη. Πάντως σύγχυση μπορεί να προκαλέσει ο τίτλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου της Εκκλησίας της Ελλάδος ως προς την πνευματική υπαγωγή της περιοχής, παρόλο που το Άγιο Όρος έχει αποσπαστεί από την εν λόγω Μητρόπολη και υπαχθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από το 1313.

Από ιδιοκτησιακής άποψης το έδαφος της χερσονήσου του Άθω είναι αναπαλλοτρίωτο και κατανεμημένο μεταξύ των είκοσι Ιερών Μονών του (άρθρο 105 παρ. 2 εδ. α΄ Συντ.). Σε καθεμιά από τις είκοσι αυτές εδαφικές περιοχές υπάρχουν και άλλα μοναστικά ιδρύματα (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα και ησυχαστήρια), τα οποία αποτελούν εξαρτήματα των μονών. Επιπλέον, και η εκτός Αγίου Όρους ακίνητη περιουσία των μονών είναι “απολύτως αναπαλλοτρίωτος ως πράγμα θείω δικαίω” (άρθρο 181 Κ.Χ.Α.Ο.). Παρόλα αυτά με νόμο (Ν. 1198/1981), ο οποίος καθορίζει και τις λεπτομέρειες, έχει επιτραπεί η εκποίηση ή η ανταλλαγή ακινήτων των μονών που βρίσκονται εκτός Αγίου Όρους, μόνον όμως για λόγους προφανούς ωφέλειάς τους, όπως όταν πρόκειται για απρόσοδα ακίνητα ή όταν με το τίμημα αντιμετωπίζεται σοβαρή ανάγκη της μονής.

Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 1 εδ γ΄ του Συντάγματος “όλοι όσοι μονάζουν [στο Άγιο Όρος] αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια μόλις προσληφθούν ως δόκιμοι ή μοναχοί, χωρίς άλλη διατύπωση”. Σχετικά με την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας που αποκτήθηκε με αυτό τον τρόπο προβλέπει το άρθρο 17 παρ. 1 στ. γ΄ του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως συμπληρώθηκε από το Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α΄ 263/23.12.2008)[25]. Ειδικότερα προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ιθαγένειας, μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος της ελληνικής ιθαγένειας αλλοδαπός, ο οποίος απέκτησε αυτήν λόγω της ιδιότητάς του ως δοκίμου ή μοναχού στο Άγιο Όρος, εφόσον αποδεδειγμένα εγκατέλειψε τη μονή της εγκαταβίωσής του, καθώς και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους.

Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 εδ. γ΄ “απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί”. Ένα πρόβλημα το οποίο ακόμα δεν έχει επιλυθεί και σχετίζεται με την εν λόγω απαγόρευση είναι η παράνομη κατοχή των χώρων της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου και των εξαρτημάτων της από τη σχισματική τέως μοναστική αδελφότητα ήδη από τη δεκαετία του 1970.

Σε διεθνές επίπεδο το Ελληνικό Κράτος έχει αναλάβει δεσμεύσεις έναντι των μη ελληνικών μονών και εξαρτημάτων του Αγίου Όρους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων (Σέβρες, 10 Αυγούστου 1920), η οποία κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1923 “περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφούσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων” (ΦΕΚ Α΄ 311/30.10.1923)[27], “η Ελλάς υποχρεούται να αναγνωρίση και διατηρήση τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και τας ελευθερίας ων απολαύουσι αι μη ελληνικαί μοναστηριακαί κοινότητες του Αγίου Όρους κατά τας διατάξεις του άρθρου 62 της Βερολινείου Συνθήκης της 13 Ιουλίου 1878”. Οι τελευταίες προέβλεπαν γενικότερα ότι η Υψηλή Πύλη αναλάμβανε να διατηρήσει την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας μεταξύ των υπηκόων της και ειδικότερα —για πρώτη φορά διεθνώς— ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούσαν τις πρότερες κτήσεις και πλεονεκτήματά τους και απολάμβαναν, χωρίς καμία εξαίρεση, πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και προνομίων.

Το έδαφος το Αγίου Όρους —ως υπαγόμενο στην κυριαρχία του Ελληνικού κράτους— αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης. Παρόλα αυτά έχουν προβλεφθεί αποκλίσεις σε σχέση με την εφαρμογή του στην περιοχή ήδη από την προσχώρηση της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

 

Κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Συνδιάσκεψης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ελλάδας εν όψει της υπογραφής της Συνθήκης προσχώρησης της τελευταίας στις πρώτες στις 28 Μαΐου 1979 στην Αθήνα, τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υιοθέτησαν κοινή δήλωση περί του Αγίου Όρους, η οποία προσαρτήθηκε στην εν λόγω Τελική Πράξη. Η κοινή δήλωση έχει ως εξής:

 

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως τούτο είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Κοινότης θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπ’ όψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως.»

 

Επιπλέον, κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που υιοθέτησε τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997, υιοθετήθηκε δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι “η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη”. Η Ελλάδα με τη σειρά της διατύπωσε την εξής δήλωση, την οποία και έλαβε υπ’ όψη της η Διάσκεψη:

 

“Σχετικά με τη δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η Ελλάδα υπενθυμίζει την κοινή δήλωση για το Άγιο Όρος που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.”

 

Τέλος, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχώρησης της Ελλάδας στη ζώνη της Συμφωνίας του Σένγκεν (Συμφωνία του 1985 και Σύμβαση του 1990) στις 6 Νοεμβρίου 1992 στη Μαδρίτη, υιοθετήθηκε κοινή δήλωση σχετική με το Άγιον Όρος, η οποία έχει ως εξής:

 

“Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους, δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της Συμφωνίας του 1985 και της Συμβάσεως του 1990.”

 

Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ την 1 Μαΐου 1999 και την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εν λόγω δήλωση λειτουργεί πλέον σε επίπεδο δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο έδαφός της.

 

Παράλληλα το έδαφος του Αγίου Όρους αποτελεί τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται ο Ενωσιακός (τέως Κοινοτικός) Τελωνειακός Κώδικας.[28]Παρόλα αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας[29], αυτή η Οδηγία δεν εφαρμόζεται στο Άγιον Όρος λόγω του ιδιαίτερου φορολογικού καθεστώτος που ισχύει για αυτό. Σήμερα σε λειτουργία βρίσκεται μόνο το Τελωνείο (Α΄ τάξης) Δάφνης, καθώς το Τελωνείο (Β΄ τάξης) Όρμου Μονής Βατοπεδίου και τα Τοπικά Τελωνειακά Γραφεία Όρμου Μονής Ιβήρων και Όρμου Μονής Ζωγράφου τελούν σε αναστολή λειτουργίας.

Παράλληλα προς το Σύνταγμα, ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.) της 10ης Μαΐου 1924 καθορίζει με λεπτομερή τρόπο τα αγιορειτικά καθεστώτα και τον τρόπο της λειτουργίας τους. Ο Χάρτης συντάχθηκε από πενταμελή επιτροπή της Διπλής Έκτακτης Σύναξης, εγκρίθηκε από την τελευταία (απόντων, μεταξύ άλλων, των αντιπροσώπων της ρωσικής Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμονος) και επικυρώθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Νομοθετικό Διάταγμα (άρθρο 1) της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 “περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους” (ΦΕΚ Α΄ 309/16.9.1926)[30]. Ο ίδιος ο Κ.Χ.Α.Ο. θέλοντας να αποδείξει την ιστορική συνέχεια του καθεστώτος της μοναστικής πολιτείας, στο ακροτελεύτιο άρθρο του 188, τονίζει ότι αυτός απορρέει «εκ των αυτοκρατορικών Χρυσοβούλων τε και Τυπικών, Πατριαρχικών Σιγγιλίων, Σουλτανικών Φιρμανίων, ισχυόντων Γενικών Κανονισμών και αρχαιοτάτων Μοναχικών Θεσμών και Καθεστώτων».

Τελωνειακά και φορολογικά πλεονεκτήματα
Κατ’ επιταγήν του Συντάγματος, ο Κ.Χ.Α.Ο. (άρθρο 167), όπως συμπληρώθηκε από το κυρωτικό του Ν.Δ. (άρθρο 2), προβλέπει ορισμένες τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές για το Άγιο Όρος. Συγκεκριμένα:

 

Ως προς τα τελωνειακά, απαλλάσσονται από κάθε δασμό οποιαδήποτε ήδη εισάγονται στο Άγιο Όρος για τις μονές και τα υπόλοιπα ιδρύματά τους (σκήτες, κελιά κλπ) αξίας μέχρι χιλίων μεταλλικών δραχμών για κάθε μοναχό ετησίως. Από τις 17 Ιανουαρίου 2006 η αξία της μεταλλικής δραχμής για τον εν λόγω υπολογισμό έχει αναπροσαρμοστεί στα €2,50.

 

Ως προς τα φορολογικά, τα προϊόντα που παράγονται στο Άγιο Όρος απαλλάσσονται από κάθε άμεσο φόρο εισοδήματος, η μεταβίβαση και τα έσοδα κάθε περιουσίας που βρίσκεται στο Άγιο Όρος απαλλάσσονται από κάθε φόρο, εξαιρουμένων όσον ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, οι μοναχοί που εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος απαλλάσσονται από τους φόρους κατανάλωσης για τα προϊόντα τους που παράγουν και καταναλώνουν στην περιοχή και όλες οι συμβάσεις που αφορούν παραχώρηση δικαιωμάτων επί ακινήτων που βρίσκονται στο Άγιο Όρος, εφόσον συντάσσονται από τις αρμόδιες μοναστηριακές αρχές ή την Ιερά Κοινότητα, απαλλάσσονται από τα τέλη χαρτοσήμου. Επιπλέον η αλιεία στο Άγιο Όρος για τη συντήρηση των μοναχών του είναι ελεύθερη και απαλλαγμένη κάθε φορολογίας (άρθρο 170 Κ.Χ.Α.Ο.).

Σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κ.Χ.Α.Ο. “δια να καρή τις μοναχός δέον να υποστή δοκιμασίαν ενός μέχρι τριών ετών και να έχη συμπεπληρωμένον το 18ον έτος της ηλικίας αυτού. Ο ούτω καρείς μοναχός εις ουδεμίαν στρατιωτικήν θητείαν υπόκειται”. Το άρθρο 38 του κυρωτικού Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 επαναλαμβάνει ότι “οι μοναχοί του Αγίου Όρους απαλλάσσονται της στρατιωτικής υπηρεσίας”.

 

Σε συνέχεια των ανωτέρω προβλέψεων και ύστερα από Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το 2008, που έγινε δεκτή από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, εκδόθηκε απόφαση που δίνει τη δυνατότητα και στους δόκιμους μοναχούς του Αγίου Όρους να απαλλαγούν της στρατιωτικής τους υποχρέωσης, εφόσον το επιθυμούν. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση στράτευσης αναβιώνει αν, πριν τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του, ο μοναχός ή δόκιμος “αποχωρήσει της Ιεράς Μετανοίας”, εγκαταλείψει δηλαδή οριστικά το Άγιο Όρος. Προς το σκοπό αυτό, οι Στρατολογικές Υπηρεσίες ανά διετία και κατά το δίμηνο Νοεμβρίου−Δεκεμβρίου οφείλουν να εξακριβώνουν μέσω των οικείων Μονών του Αγίου Όρους αν εξακολουθούν να μονάζουν όσοι έχουν τύχει απαλλαγής.

 

Τέλος, με το Ν. 3883/2010 (άρθρο 77 §2) τροποποιήθηκε και ρητά ο στρατολογικός νόμος 3421/2005, δίνοντας τη δυνατότητα αποκλειστικά σε μοναχούς και δόκιμους μοναχούς του Αγίου Όρους να απαλλάσσονται από την υποχρέωση στράτευσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 186 του Κ.Χ.Α.Ο. “η εις την χερσόνησον του Αγίου Όρους είσοδος των θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται”. Η απαγόρευση αυτή κυρώνεται και ποινικά με τη διάταξη του άρθρου 43β του Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 “περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους”, το οποίο προστέθηκε με το Ν.Δ. 2623/1953 (ΦΕΚ Α΄ 268/28.9.1953)[34] και προβλέπει ότι “η παράβασις του άρθρου 186 του Καταστατικού Χάρτου επισύρει την ποινήν φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους”. Ο περιορισμός αυτός έχει την πνευματική του βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται άβατον και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καμφθεί.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ

 

Στοιχεία διοικητικής δομής του Αγίου Όρους

Η πολιτική διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. Α στ. 26 του Οργανισμού του (άρθρο πρώτο Ν. 3566/2007),[35] και ασκείται μέσω της Διοίκησης του Αγίου Όρους, η οποία αποτελεί αυτοτελή δημόσια αρχή και οργανώνεται με το Π.Δ. 227/1998 (ΦΕΚ Α΄ 176/28.7.1998).[36] Στη Διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκουν η από διοικητικής πλευράς εποπτεία ως προς την ακριβή τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η Διοίκηση του Αγίου Όρους απαρτίζεται από το Διοικητή του Αγίου Όρους (ο οποίος έχει βαθμό και αποδοχές Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης), τον Αναπληρωτή Διοικητή και το λοιπό προσωπικό της, μόνιμο ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και εδρεύει στις Καρυές. Γραφεία της έχουν συσταθεί στη Θεσσαλονίκη και την Ουρανούπολη Χαλκιδικής. Από τις 13 Αυγούστου 2018 Διοικητής του Αγίου Όρους είναι ο Κωνσταντίνος Δήμτσας, ενώ η θέση του Αναπληρωτή Διοικητή παραμένει κενή.

Το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους έγκειται στο ότι η διοίκησή του ασκείται μέσω των αντιπροσώπων των είκοσι Ιερών Μονών του, οι οποίοι αποτελούν την Ιερά Κοινότητα. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται στην αρχή κάθε έτους από τις οικείες μονές σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, “προτιμωμένων πάντοτε των κεκτημένων εκκλησιαστικήν μόρφωσιν και εγκύκλιον παιδείαν”. Οι διοικητικές αρμοδιότητές της εκτείνονται σε οτιδήποτε δεν έχει απονεμηθεί στην εξουσία άλλου οργάνου του Αγίου Όρους, διαθέτει δηλαδή τεκμήριο αρμοδιότητας. Επίσης διαθέτει και δικαστικές εξουσίες (βλ. κατωτέρω περί Δικαιοσύνης).

 

Η Ιερά Κοινότητα εδρεύει στις Καρυές και οι είκοσι αντιπρόσωποι των μονών παραμένουν μονίμως εκεί καθόλη τη διάρκεια του έτους για το οποίο εξελέγησαν, υποχρεούμενοι να προσέρχονται τακτικώς και ανελλιπώς στις συνεδρίες της. Οι εργασίες της Ιεράς Κοινότητας λαμβάνουν χώρα πάντοτε ενώπιον του Πρωτεπιστάτη, ο οποίος διευθύνει τις συζητήσεις της.

 

Όσον αφορά την επίσημη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων με την Ιερά Κοινότητα και παρά την εγκαταβίωση και Ρώσων, Σέρβων, Βουλγάρων και Ρουμάνων μοναχών στο Άγιο Όρος, όλα τα έγγραφα της Ιεράς Κοινότητας, των Ιερών Μονών και των εξαρτημάτων τους πρέπει να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα (άρθρο 26 Κ.Χ.Α.Ο.).

Οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, καθεμιά από τις οποίες ασκεί ανά πενταετία για ένα έτος (από 1 Ιουνίου έως 31 Μαΐου του επομένου) την Ιερά Επιστασία. Οι μονές κάθε τετράδας αποστέλλουν κατ’ έτος από ένα πρόσωπο με τα προσόντα που καθορίζονται και για τους αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Οι τετράδες είναι οι εξής:

 

Α’ Τετράδα Β’ Τετράδα Γ’ Τετράδα Δ’ Τετράδα Ε’ Τετράδα
Μεγίστης Λαύρας Βατοπαιδίου Ιβήρων Χιλανδαρίου Διονυσίου
Δοχειαρίου Κουτλουμουσίου Παντοκράτορος Ξηροποτάμου Ζωγράφου
Ξενοφώντος Καρακάλλου Φιλοθέου Αγίου Παύλου Αγίου Παντελεήμονος
Εσφιγμένου Σταυρονικήτα Σίμωνος Πέτρα Γρηγορίου Κωνσταμονίτου

 

Ο πρώτος τη τάξει κάθε τετράδας ονομάζεται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της Ιεράς Επιστασίας —χωρίς η ψήφος του να κατισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας, οπότε και αποφασίζει η Ιερά Κοινότητα— και κρατεί «την του Πρώτου ράβδον». Δεν αποκλείεται ο αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα να εκτελεί ταυτόχρονα και τα καθήκοντα του Επιστάτη, με εξαίρεση αυτόν της μονής στην οποία ανήκει ο Πρωτεπιστάτης. Δηλαδή οι αντιπρόσωποι των μονών Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χιλιανδαρίου και Διονυσίου δεν μπορούν να εκτελούν παράλληλα και τα καθήκοντα του Πρωτεπιστάτη.

 

Η Ιερά Επιστασία εδρεύει και αυτή στις Καρυές, όπου διαρκώς διαμένουν οι Eπιστάτες. Επιτρέπεται να απουσιάζουν, πλην του Πρωτεπιστάτη, εναλλάξ και κατά την ιεραρχική τάξη, μόνο όταν παρουσιάζεται επιστατικό καθήκον. Την Ιερά Κοινότητα και την Ιερά Επιστασία επικουρούν ο αρχιγραμματεύς και ο υπογραμματεύς.

 

Η σφραγίδα της Ιεράς Κοινότητας, αποτελούμενη από τέσσερα αποσπώμενα μέρη, καθένα από τα οποία φυλάσσεται από έναν Eπιστάτη, παραδίδεται κάθε έτος στη νέα Ιερά Eπιστασία.

 

Στις αρμοδιότητες της Ιεράς Επιστασίας ανήκει η διαχείριση του κοινού ταμείου, που ενεργείται με βάση προϋπολογισμό που έχει εγκριθεί από την Ιερά Κοινότητα.

 

Επίσης οφείλει:

 

  • να διεκπεραιώνει και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιεράς Κοινότητας,
  • να επιτηρεί την καθαριότητα στις Καρυές και την επισκευή των οδών,
    να διατηρεί επαρκή φωτισμό,
  • να διενεργεί αστιατρικές επιθεωρήσεις,
    να διατιμά τα τρόφιμα και
  • να επιβλέπει την ευπρεπή και κόσμια συμπεριφορά απαγορεύοντας τις αταξίες, τα τραγούδια, τα παιχνίδια, τα όργανα, γενικότερα τις ακοσμίες, το κάπνισμα, την ιππασία στις κεντρικές οδούς, το άνοιγμα των καταστημάτων κατά τους εσπερινούς και τις ημέρες των Κυριακών και των επίσημων εορτών, την πώληση κρέατος και παρασκευή φαγητού μη νηστίσιμου κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και κατά τις υπόλοιπες νηστείες και απελαύνοντας μέσω των οργάνων της (σεϊμένιδων και σερδαρών) κάθε μέθυσο, άεργο, άτακτο, ζητώντας, όταν παρίσταται ανάγκη, και τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται στις Καρυές.

Γενικότερα η Ιερά Επιστασία εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία της Ιεράς Κοινότητας και εκπληρώνει συγχρόνως καθήκοντα δημαρχιακά και Ειρηνοδικείου.

Η Έκτακτη Εικοσαμελής Ιερά Σύναξη (άρθρο 43 Κ.Χ.Α.Ο.) αποτελεί το ανώτατο νομοθετικό και δικαστικό σώμα του Αγίου Όρους. Συγκροτείται από τους Ηγουμένους των είκοσι Ιερών Μονών και – παρά τον προσδιορισμό έκτακτη – συνέρχεται αυτοδικαίως δύο φορές κατ’ έτος, ύστερα από τυπική πρόσκληση της Ιεράς Κοινότητας, τη 15η ημέρα μετά το Πάσχα και την 20ή Αυγούστου.

 

Η νομοθετική της αρμοδιότητα έγκειται στην ψήφιση κανονιστικών διατάξεων σύμφωνων προς τον Κ.Χ.Α.Ο., οι οποίες, αφού κοινοποιηθούν στο Διοικητή του Αγίου Όρους, επικυρώνονται από τον Υπουργό Εξωτερικών, πλην αυτών που αφορούν ζητήματα καθαρώς πνευματικής φύσεως, οι οποίες ανακοινώνονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο προς έγκριση. Επίσης καθορίζει την αναλογία κατά την οποία υποχρεωτικά συμμετέχουν οι Ιερές Μονές, οι Σκήτες και τα Κελιά στο κοινό ταμείο της Ιεράς Κοινότητας για τη συντήρηση του Σκευοφυλακείου, του Πρωτάτου, της Αθωνιαδας Σχολής, του κοινού επιτρόπου εκτός Αγίου Όρους, των φυλάκων (σεϊμένιδων και σερδαρών) και τις τακτικές και έκτακτες ανάγκες.

Η Έκτακτη Διπλή Ιερά Σύναξη είναι ένα εθιμικά καθιερωμένο όργανο και δεν ανευρίσκεται στα θεμέλια κείμενα του Αγίου Όρους. Το έθιμο αποτυπώθηκε σε εσωτερικό κανονισμό που συντάχθηκε και εγκρίθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1930 από την ίδια αυτή Σύναξη. Ονομάζεται “Διπλή” επειδή συγκροτείται από τα μέλη της Έκτακτη Εικοσαμελούς Ιεράς Σύναξης και τους είκοσι αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Συνήθως συγκαλείται ταυτόχρονα με τη Έκτακτη Εικοσαμελή Ιερά Σύναξη και ασχολείται με ζητήματα εξαιρετικής σημασίας, τα οποία δεν επιθυμεί να αναδεχθεί η Ιερά Κοινότητα. Γι’ αυτό ο παραπάνω κανονισμός ονομάζει τη Σύναξη αυτή “Εθνοσυνέλευση του Αγίου Όρους”, αν και από την αρμοδιότητα της εξαιρεί τα νομοθετικά και δικαστικά θέματα, για τα οποία ισχύουν όσα προβλέπονται στον Κ.Χ.Α.Ο.

Η απονομή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος ρυθμίζεται τόσο από διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. όσο και από αυτές του κυρωτικού του Ν.Δ., οι οποίες τον συμπληρώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κ.Χ.Α.Ο. “ο σκοπός των εν Αγίω Όρει δικαστηρίων είναι η εκδίκαση των εκάστοτε αναφυομένων εν Αγίω Όρει οριακών ζητημάτων, η φρούρηση της μοναχικής πειθαρχίας και η τιμωρία των υποπιπτόντων εις παράπτωμα μοναχών εν γένει του Αγίου Όρους”. Από το ιδιότυπο αυτό καθεστώς εξαιρούνται, πλην των πταισμάτων, τα κοινά ποινικά αδικήματα, τα οποία εκδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

Δικαστικά όργανα, με διακριτές αρμοδιότητες το καθένα, αποτελούν:

  • Ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής,
  • Η Ιερά Κοινότητα και
  • Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης.

Ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής δικάζουν σε πρώτο βαθμό τα εκκλησιαστικά και πειθαρχικά παραπτώματα των μοναχών που ζουν τόσο στις οικείες μονές όσο και στα εξαρτήματά τους, εκτός από αυτά που επισύρουν την ποινή της καθαιρέσεως, τις αστυνομικές και αγορανομικές παραβάσεις και τα πταίσματα που διαπράττονται στην περιφέρεια της οικείας μονής (τα πταίσματα που διαπράττονται στις Καρυές δικάζονται από την Ιερά Επιστασία) και τις οριακές και άλλες διαφορές μεταξύ ορισμένης μονής και εξαρτήματός της ή μεταξύ δύο εξαρτημάτων της οικείας μονής. Η Ιερά Κοινότητα δικάζει σε πρώτο βαθμό τις οριακές διαφορές μεταξύ των μονών ή μεταξύ εξαρτημάτων δύο ή περισσοτέρων μονών και σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των Γεροντιών των Ιερών Μονών.

 

Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης, δικάζει τα εκκλησιαστικά αδικήματα που συνεπάγονται την ποινή της καθαιρέσεως και σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητας.

ΜΟΝΑΣΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ

Οι τάξεις των μοναστικών ιδρυμάτων του Αγίου Όρους

Τα Μοναστικά ιδρύματα της «Αυτόνομης μοναστικής πολιτείας» της Ιερής Κοινότητας του Αγίου Όρους διακρίνονται σε έξι τάξεις: τις Ιερές Μονές, τις Σκήτες, τα Κελιά, τις Καλύβες, τα Καθίσματα και τα Ησυχαστήρια.

Το Άγιο Όρος συνίσταται από είκοσι Ιερές Μονές. Σύμφωνα με την ιεραρχική τάξη οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, καλούμενες και Αθωνικές, οι οποίες είναι αυτοδιοίκητες και διοικούνται σύμφωνα με τον εσωτερικό τους κανονισμό, τον οποίο ψηφίζουν οι ίδιες και εγκρίνει η Ιερά Κοινότητα, είναι οι εξής:

 

Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

Ιερά Μονή Βατοπεδίου

Ιερά Μονή Ιβήρων

Ιερά Μονή Χιλανδαρίου (Σερβική)

Ιερά Μονή Διονυσίου

Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

Ιερά Μονή Παντοκράτορος

Ιερά Μονή Ξηροποτάμου

Ιερά Μονή Ζωγράφου (Βουλγαρική)

Ιερά Μονή Δοχειαρίου

Ιερά Μονή Καρακάλλου

Ιερά Μονή Φιλοθέου

Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας

Ιερά Μονή Αγίου Παύλου

Ιερά Μονή Σταυρονικήτα

Ιερά Μονή Ξενοφώντος

Ιερά Μονή Γρηγορίου

Ιερά Μονή Εσφιγμένου

Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσική)

Ιερά Μονή Κωνσταμονίτου

 

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται ως «Κυρίαρχες», «Βασιλικές», «Πατριαρχικές» και «Σταυροπηγιακές».

 

  • Κυρίαρχες επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό και οργανωτικό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
  • Βασιλικές επειδή η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
  • Πατριαρχικές ονομάστηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους.
  • Σταυροπηγιακές γιατί κατά την ίδρυσή τους τοποθετήθηκε σε αυτές σταυρός, ο οποίος απεστάλη από το Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα ορισμένες ήταν ιδιόρρυθμες. Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας από τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δε φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.

Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονωμένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων. Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Ο αριθμός των είκοσι Μονών, ως ανεγνωρισμένων ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθεί αλλά ούτε και να ελαττωθεί. Από αυτές οι δεκαεπτά είναι ελληνικές, μία σερβική, μία ρωσική και μία βουλγαρική.

Οι Σκήτες είναι μοναστικά ιδρύματα, που υπάγονται σε Κυρίαρχη Μονή ή Μοναστήρι. Οι Σκήτες είναι μικρές μονές που και αυτές διακρίνονται όπως οι Αθωνικές Ιερές Μονές σε κοινόβιες και ιδιόρρυθμες. Πρόκειται για οργανωμένες κοινότητες που συγκροτούνται από πολλές μοναστικές καλύβες. Στο μέσον της κάθε Σκήτης βρίσκεται το λεγόμενο «Κυριακό» που είναι ο κοινός ναός για όλες γύρω από αυτόν κτισμένες καλύβες. Ο επικεφαλής της Σκήτης είναι ο επονομαζόμενος «Δικαίος» που εκλέγεται κάθε χρόνο συνήθως στις 8 Μαΐου από τους «Γέροντες» της Σκήτης με τη βοήθεια 2 ή 4 συμβούλων εκ των οποίων οι μισοί προέρχονται από την ίδια τη Σκήτη και οι άλλοι μισοί από την Κυρίαρχη Μονή στην οποία υπάγεται η Σκήτη.

Οι εγκατεστημένοι σε αυτές μοναχοί λέγονται σκήτες ασχολούνται δε με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες καθώς επίσης και με την αγιογραφία, ξυλογλυπτική, μουσική και άλλα.

Οι Αθωνικές σκήτες είναι οι σημαντικότερες  στον Ελλαδικό χώρο και είναι δώδεκα.

 

Σκήτη Τύπος Ιερά Μονή Εθνικότητα
Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Βογοδόριτσα) Κοινόβια Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού) Ρωσική
Προφήτου Ηλιού Κοινόβια Παντοκράτορος Ελληνική
Τιμίου Προδρόμου Κοινόβια Μεγίστης Λαύρας Ρουμανική
Αγίου Ανδρέου Κοινόβια Βατοπαιδίου Ελληνική
Αγίας Άννης Ιδιόρρυθμη Μεγίστης Λαύρας Ελληνική
Αγίας Τριάδος (Καυσοκαλυβίων) Ιδιόρρυθμη Μεγίστης Λαύρας Ελληνική
Αγίου Δημητρίου Ιδιόρρυθμη Βατοπαιδίου Ελληνική
Τιμίου Προδρόμου Ιδιόρρυθμη Ιβήρων Ελληνική
Αγίου Παντελεήμονος Ιδιόρρυθμη Κουτλουμουσίου Ελληνική
Θεοτόκου (Νέα Σκήτη) Ιδιόρρυθμη Αγίου Παύλου Ελληνική
Αγίου Δημητρίου (Λάκκου) Ιδιόρρυθμη Αγίου Παύλου Ρουμανική
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ιδιόρρυθμη Ξενοφώντος Ελληνική

Στα κελλιά, η παράδοση προσδιορίζει κατά κανόνα τριμελή την συνοδεία των μοναχών και επιτρέπει τρείς δόκιμους μοναχούς. Επικεφαλής είναι ο γέροντας, στον οποίο η κυρίαρχη μονή έχει παραχωρήσει το κελλί με ειδική διοικητική πράξη και με ανάλογο έγγραφο , που λέγεται ομόλογο. Το κελλί δίδεται ισόβια, μαζί με την αντίστοιχη εδαφική έκταση, έναντι αντιτίμου με δικαίωμα διαδοχής. Η διαδοχή προσδιορίζεται με εγγραφή στο ομόλογο ονομάτων τριών μοναχών. Μετά τον θάνατο του γέροντος, αναλαμβάνει επικεφαλής του Κελλιού ο δεύτερος κατά την τάξη , καταβάλλοντας στην Μονή το λεγόμενο τριμερίδιο.

Οι μοναστικές καλύβες, όπως οι σκήτες και τα κελιά αποτελούν μοναστικά ιδρύματα που ανήκουν σε κυρίαρχη Mονή ή Μοναστήρι. Οι μοναστικές καλύβες είναι και αυτές οικοδομήματα μικρότερα σε μέγεθος των κελιών που επίσης φέρουν ενσωματωμένο ναΐδριο, στα οποία όμως δεν έχει παραχωρηθεί από την κυρίαρχη Μονή εδαφική έκταση, σε αντίθεση με τα κελιά. Οι μοναχοί σ΄ αυτά τα μοναστικά ιδρύματα ζουν κατά ολιγάριθμες ομάδες, όπως και στα κελιά ασχολούμενοι κυρίως με διάφορες τέχνες και εργόχειρα. Είναι δυνατόν πολλές καλύβες μαζί να δίνουν την εντύπωση μικρού οικισμού πλην όμως δεν διατηρούν καμία μεταξύ τους οργάνωση ή σχέση. Οι περισσότερες μοναστικές καλύβες στην Ελλάδα βρίσκονται στο Αγιο Όρος και συγκεκριμένα στη νοτιοδυτική άκρη της Αθωνικής χερσονήσου, στις περιοχές: Μικρή Αγία Αννα, Κατουνάκια και Αγιο Βασίλειο.

Τα μοναστικά καθίσματα αποτελούν και αυτά μοναστικά ιδρύματα όπως οι καλύβες, που υπάγονται σε κυρίαρχη Μονή ή Μοναστήρι. Αυτά είναι μικρά κτίσματα, περίπου σαν τις καλύβες, που συνηθέστερα βρίσκονται πολύ κοντά και γύρω από το Μοναστήρι που υπάγονται. Αυτά είναι μικρά και χρησιμοποιούνται κυρίως για τη διαμονή των μοναχών «κατά μόνας», περισσότερο με προσωρινό χαρακτήρα. Οι μοναχοί αυτών των ιδρυμάτων εξασφαλίζουν την τροφή τους από τη κυρίαρχη Μονή πληρώνοντας ένα μικρό χρηματικό ποσό. Μοναστικά καθίσματα συναντάμε σχεδόν σε όλα τα μεγαλα Μοναστήρια (Μονές), με πιο φημισμένα αυτά του Αγίου Όρους.

Είναι ένας χώρος που χαρακτηρίζεται γενικά μοναστικό ίδρυμα και υπάγεται σε κυρίαρχη Μονή η Μοναστήρι. Εκτός από την ονομασία Ησυχαστήριο χρησιμοποιούνται και οι λέξεις Ασκητήριο, ή Ασκηταριό. Τα Ησυχαστήρια συνήθως έχουν απλή μορφή και μοιάζουν περισσότερο με Καλύβες ή διαρρυθμισμένες σπηλιές στις οποίες διαμένουν μοναχοί που επιθυμούν αυστηρότερη άσκηση (να ασκητεύουν), τελείως ανεμπόδιστα και μακριά από οποιαδήποτε κοσμική πρόκληση. Οι μοναχοί που διαμένουν σε αυτά καλούνται ασκητές. Η τροφοδοσία τους γίνεται περίπου μία φορά την εβδομάδα από την κυρίαρχη Μονή.

 

Τα ησυχαστήρια συνήθως βρίσκονται σε απομακρυσμένες και ερημικές περιοχές κυρίως σε απόκρημνα μέρη που χαρακτηρίζονται ως «αετοφωλιές». Η πρόσβαση στις περιοχές αυτές είναι ιδιαίτερα δύσβατη και γίνεται με δυσκολία από στενά μονοπάτια και απότομες πλαγές. Με το πέρασμα του χρόνου πολλά αρχικά ησυχαστήρια εξελίχθηκαν σε Μοναστήρια όπως αυτά των Μετεώρων. Στο Άγιο Όρος υπάρχουν τα περισσότερα ησυχαστήρια και χαρακτηρίζονται ως οικισμοί, όπως ο περίφημος οικισμός Καρούλια, που βρίσκεται στο δρόμο μετά τη Σκήτη Αγίας Άννας προς τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, πάνω σε απόκρημνη περιοχή.