Κελλιά

Μικρά οικοδομήματα που μοιάζουν με αγροτικές κατοικίες με ενσωματωμένο ναΐδριο ή ναό

Το μοναστικό κελλί, αποτελεί όπως και η σκήτη, μοναστικό ίδρυμα που υπάγεται σε κυρίαρχη Μονή ή Μοναστήρι. Τα μοναστικά κελιά αποτελούν σχετικά ευρύχωρα οικοδομήματα που μοιάζουν με αγροτικές κατοικίες που φέρουν ενσωματωμένο ναΐδριο ή και ναό και στα οποία έχει παραχωρηθεί κάποια εδαφική περιοχής της κυρίαρχης Μονής ανάλογα με το μέγεθος και την ιστορίας τους. Αυτά παραχωρούνται συνήθως σε πολύ ολιγάριθμες ομάδες των 2-3 μοναχών που ασχολούνται παράλληλα με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε γεωργικές, κτηνοτροφικές, οικοδομικές και άλλες εργασίες.

Στα κελιά, η παράδοση προσδιορίζει κατά κανόνα τριμελή την συνοδεία των μοναχών και επιτρέπει τρείς δόκιμους μοναχούς. Επικεφαλής είναι ο γέροντας, στον οποίο η κυρίαρχη μονή έχει παραχωρήσει το κελλί με ειδική διοικητική πράξη και με ανάλογο έγγραφο , που λέγεται ομόλογο. Το κελλί δίδεται ισόβια, μαζί με την αντίστοιχη εδαφική έκταση, έναντι αντιτίμου με δικαίωμα διαδοχής. Η διαδοχή προσδιορίζεται με εγγραφή στο ομόλογο ονομάτων τριών μοναχών. Μετά τον θάνατο του γέροντος, αναλαμβάνει επικεφαλής του Κελιού ο δεύτερος κατά την τάξη , καταβάλλοντας στην Μονή το λεγόμενο τριμερίδιο.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΚΕΛΛΙΑ

Ιστορικά στοιχεία για τα σημαντικότερα κελιά της Αθωνικής Χερσονήσου

Ο κατάλογος που ακολουθεί, περιλαμβάνει σημαντικότερα 14 Κελιά του Αγίου Όρους, όπου παραθέτονται ταυτόχρονα εκτός από την φωτογραφική τους απεικόνιση και τα βασικότερα ιστορικά στοιχεία για το κάθε ένα από αυτά, όπως προκύπτουν από διάφορες πηγές και τη βιβλιογραφία.

Κοντά στην Ιερά Μονή Καρακάλλου και ανάμεσα σ’ αυτή και το Λαυριώτικο Κελλί του Αγίου Αρτεμίου, βρίσκεται το Καρακαλλινό Ιερό Κελλί του Τιμίου Σταυρού, το οποίο ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα. Η τοποθεσία στην οποία είναι κτισμένο και απέχει μισή ώρα από τη θάλασσα, είναι ένας λόφος, από τις δύο πλευρές του οποίου, ρέουν χείμαρροι. Πίσω από το Κελλί υψώνεται ένας τεράστιος  λόφος, καλυμμένος από καστανιές, οι οποίες δίνουν μια απερίγραπτη ομορφιά στο τοπίο.

Ιερό Κελλί Τιμίου Σταυρού (Καρακαλλινό)

Το μέρος που είναι περιφραγμένο έχει τεράστια κυπαρίσσια και από μακριά τραβάει το βλέμμα των περαστικών   με το επιβλητικό του ύφος. Το Κελλί είχε 4 στρέμματα γης, στην οποία υπήρχαν τσαγκαράδικο, κουρείο, υφαντουργείο, σιδηρουργείο, ξυλουργείο  ακόμα και φωτογραφείο. Στο ναό υπάρχουν μερικά κομμάτια του Τιμίου Σταυρού του Χριστού, μέχρι και 30 λείψανα και ένα μεγάλο μέρος από την Κάρα  του μεγαλομάρτυρα Παντελεήμονα.

 

Τον 19ο αιώνα (5 Ιουλίου 1896) το Κελλί πουλήθηκε  με κελλιωτικό έγγραφο ομόλογο, από την κυρίαρχο Μονή, σε ρώσους μοναχούς. Αυτοί αψηφώντας τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους και τις αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητος, άρχισαν να προσθέτουν καινούργια κτίρια και να δέχονται προς εγκαταβίωση υπερβολικό αριθμό ρώσων μοναχών με προφανή σκοπό να το μετατρέψουν σε Σκήτη. Το 1913 στο Ι. Κελλί του Τιμίου Σταυρού ζούσαν 70 μοναχοί. Μετά το 1917 άρχισε η παρακμή του, όπως συνέβη σε όλα τα σκηνώματα των Ρώσων μοναχών, με αποτέλεσμα να ερημώσει για αρκετές δεκαετίες.

Το Καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού, απομονωμένο μέσα στον λάκκο της Καλλιάγρας, ήταν πολύ ησυχαστικό, και όλα μέσα σε αυτό ήταν ασκητικά. Μία στενή και χαμηλή πόρτα τον οδηγούσε σε ένα μικρό διάδρομο. Αριστερά ήταν το εκκλησάκι, αφιερωμένο στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Απέναντι από την είσοδο ήταν το κελλί, όπου προηγουμένως έμενε ο παπα-Τύχων.

Ιερό Κελλί Τιμίου Σταυρού (Γέροντα Τυχόντα)

Εκεί υπήρχε ένα κρεβάτι και ένα σκαμνάκι. Στις δύο πλευρές του κρεβατιού που δεν ακουμπούσαν στον τοίχο, ο Όσιος προσάρμοσε δύο σανίδια, για να προστατεύεται από το κρύο, και έτσι το κρεββάτι έμοιαζε με φέρετρο. Το ασκητικό αυτό κρεβάτι ήταν «το ιερό του κελλιού του», όπως έλεγε. Πάνω στον προσκέφαλό του είχε έναν Σταυρό και μία εικόνα της Παναγίας. Εκεί προσευχόταν με τις ώρες γονατιστός, και από εκεί ανέβαινε ψηλά, στον Ουρανό.

 

Μία μέρα, καθώς έλεγε την ευχή γονατιστός, επάνω στο κρεββάτι, αισθάνθηκε ότι, ενώ βρισκόταν στην γη, κάποιος τον τραβούσε σιγά-σιγά προς τα επάνω! Το κεφάλι του έφθασε στον ουρανό, και έβλεπε γύρω του άσπρα αραιά σύννεφα. Ένιωθε δε ελαφρός σαν πούπουλο, και στην καρδιά του υπήρχε μία ουράνια απόλαυση, μία «πνευματική απαλάδα», όπως είπε. Από τότε συχνά επαναλάμβανε την φράση: «Αναβάσεις, αναβάσεις», κυρίως όταν ήθελε να παρακινήσει κάποιον σε αγώνα για αναβάσεις στην αρετή, για θείες αναβάσεις.

Γέροντας Τυχόν

Ασκητικό ήταν και το μικρό κελλί που χρησιμοποιούσε ως αρχονταρίκι και στο οποίο έμπαινε κανείς από άλλη εξωτερική πόρτα. Εκεί υπήρχαν δύο πρόχειροι πάγκοι -ο ένας απέναντι στον άλλον- φτιαγμένοι από σανίδες που στηρίζονταν σε κούτσουρα και καλύπτοντα με παλιές κουβέρτες. Όταν, πολύ σπάνια, φιλοξενούσε κάποιον στο Καλύβι του, τον έβαζε να κοιμηθή εκεί. «Η Καλύβη μου δεν συμφωνεί με την καρδιά μου», έλεγε ο Όσιος, διότι ήθελε να προσφέρει περισσότερη άνεση στους φιλοξενούμενους του.

 

Το Καλυβάκι όμως του Τιμίου Σταυρού ήταν ένας χώρος αγιασμένος από τα πολλά θεία γεγονότα που είχαν συμβή και συνέβαιναν εκεί. Είχε πολύ θερμή πνευματική ατμόσφαιρα, και έτσι πρόσφερε «άνεση πνευματική», ανάπαυση ψυχής και σώματος στον κάθε επισκέπτη. Όταν ο καιρός ήταν καλός, ο Όσιος δεχόταν τους επισκέπτες έξω στην αυλή, κάτω από μία ελιά. Κοντά σε αυτό το «υπαίθριο αρχονταρίκι» υπήρχε μία στέρνα, όπου συγκέντρωνε βρόχινο νερό από τα λούκια της στέγης. Από αυτό προσέφερε στους επισκέπτες.

Ένας από τους σημαντικούς σταθμούς της επίγειας μοναχικής ζωής του Οσίου Παϊσίου ήταν το κελλί της Παναγούδας. Εκεί εγκαταστάθηκε μετά το 1979 ως εξαρτηματικός μοναχός της κυρίαρχης Μονής Κουτλουμουσίου στην οποία ανήκει το συγκεκριμένο κελλί. Η Παναγούδα ήταν ένα κελλί εγκαταλελειμμένο και ο Γέροντας Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να το καταστήσει λειτουργικό σύμφωνα με τις ασκητικές του ανάγκες.

Ιερό Κελλί Παναγούδα (Αγίου Παΐσιου)

Από την εποχή της εγκατάστασής του στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσος ο κόσμος ώστε τοποθετήθηκαν ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελλί του, για να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Η Παναγούδα θα αποτελούσε τον τελευταίο σταθμό της επίγειας ζωής του Οσίου Παϊσίου, ο οποίος δέχτηκε τους καημούς και τις αγωνίες ανθρώπων που προσέτρεχαν στις προσευχές και στη γεμάτη αγάπη καρδία του. Σήμερα αγιορείτες μοναχοί ασκητεύουν στο ευλογημένο κελλί, κρατώντας τη λειτουργική κανδήλα αναμμένη και μαζί της ζωντανή τη μνήμη και την τιμή στο πρόσωπο του οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη.

Tο Παλαιομονάστηρο, η παλιά Μονή Θεσσαλονικέως, σήμερα Ιερό Αγιοπαντελεημονίτικο Κελλί, είναι το δεύτερο κέντρο των Ρώσων στο Άγιο Όρος. Η ιστορία της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό) είναι συνδεδεμένη με τρία κέντρα: τη μονή «Ξυλουργού», η οποία ταυτίζεται με τη Σκήτη Βογορόδιτσα, τη μονή «Θεσσαλονικέως», το σημερινό Παλαιομονάστηρο και τέλος τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό).

Ιερό Κελλί Παλαιομονάστηρο (Μονή Θεσσαλονικέως)

Μια παλιά σλαβική παράδοση αναφέρει πως τη μονή Ξυλουργού ίδρυσε ο Αγιος Βλαδίμηρος ο Ισαπόστολος, ο ιδρυτής του Ρώσικου-Χριστιανικού κράτους (949-1015). Όμως το 1169 η αδελφότητα μεταφέρεται στη μονή «Θεσσαλονικέως», όπου το Παλαιομονάστηρο και αυτό αποτελεί το δεύτερο κέντρο της. Το σχετικό έγγραφο που εκδόθηκε από τον Πρώτο Ιωάννη και τη Σύναξη το 1169 αναφέρει ότι ο κύριος Λαυρέντιος, ο ηγούμενος, ζήτησε απ’ αυτόν και την Σύναξη να του δώσουν ένα μοναστήρι για να εγκατασταθεί η αδελφότητα.

 

Οι γέροντες της Σύναξης κατέληξαν ότι κατάλληλο σκήνωμα είναι η του «Θεσσαλονικέως μονή», η οποία αν και παλαιότερα ετύγχανε πολυάνθρωπος, σήμερα «αφανής οράται». Επίσης δωρίζουν στη συνοδία του Λαυρεντίου και τα κελλιά της μονής που βρίσκονταν στις Καρυές. Η μονή Ξυλουργού που εγκατέλειψε η αδελφότητα ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, το καινούργιο της μοναστήρι στον Αγιο Παντελεήμονα. Αυτό μαρτυρούν οι υπογραφές του Λεοντίου: «ηγούμενος του Αγίου Παντελεήμονος, ο Θεσσαλονικαίος». Σ’ αυτό το μέρος, που απήχε μία ώρα από τις Καρυές, η αδελφότητα θα παραμείνει 7 αιώνες.

 

Ο Στέφανος Ντουσάν επισκέφτεται προσκυνητής το Όρος το 1345 και ευνοεί ιδιαίτερα τη μονή «Θεσσαλονικέως», λόγω της κουράς του προγόνου του Αγίου Σάββα. Ο ίδιος τοποθετεί εδώ ηγούμενο τον Σέρβο λόγιο μοναχό Ησαΐα. Το 1363 της προσηλώνουν το μονύδριο του Κάτζαρη. Η Μονή, απαρτισμένη από Έλληνες και Ρώσους μοναχούς, θα έχει αδιάσπαστη συνοχή μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα. Φαίνεται πως και η φρουριακή δομή της, κατά το ίδιο διάστημα, παρήχε εγγυήσεις, περισσότερες απ’ όσες η Μονή της Ρίλας.

 

Σε συμβόλαιο που συνάφτηκε το 1466 μεταξύ των δύο Μονών αναφέρεται ότι η Μονή Ρίλας είχε δώσει στη Μονή Ρωσικού προς φύλαξη, κάποια εκκλησιαστικά πολύτιμα αντικείμενα λόγω της τουρκικής κατάκτησης. Στο ίδιο έγγραφο εξαίρονται οι σχέσεις των δύο βαλκανικών Μονών. Κατά την τουρκοκρατία η Μονή δοκιμάστηκε σκληρά. Υπήρχαν χρονικά διαστήματα που βρισκόταν εντελώς έρημη. Έτσι κατά το 1574-84 είναι εντελώς έρημη και τα 500 ρούβλια που στέλνει ο τσάρος Ιβάν Δ΄ Βασίλιεβιτς στη Μονή δεν βρίσκουν παραλήπτη. Αλλά και κατά τον επόμενο αιώνα η κατάσταση δεν βελτιώνεται.

 

Σε γράμμα του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι (1620) σημειώνεται, ότι «η Μονή περιέπεσεν εις ζημίας και χρέη. Ενεχυρίασε τα τε άμφια της εκκλησίας, τα του μοναστηρίου χρειώδη και άλλα κτήματα αυτής … Αυξηθέντων δε των χρεών και ούτοι (μοναχοί) εφυλακίσθησαν και κατατρέχονται εν ταις φυλακαίς. Η εκκλησία και τα τείχη του μοναστηρίου κατηδαφίσθησαν. Οι πατέρες στερούνται παντός μέσου…». Κι έτσι κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα η παρατεινόμενη προβληματική κατάστασή της αναγκάζει την Ιερά Κοινότητα να την περιλάβει στα υπό κηδεμόνευση μοναστήρια:«δια το παρόν ευρίσκεται το μοναστήριον των Ρώσων έρημον, και απέμειναν, και το μοναστήριον και οι τόποι του, εις την δεσποτείαν της μεγάλης Μέσης».

 

Η ανάκαμψη πάει ν’ αρχίσει το 1708, με τη δωρεά του ηγεμόνα Βλαχίας Μιχαήλ Ρακόβιτσα, πλην όλα τα σχέδια πάνε χαμένα με την εγκατάσταση Τούρκων: «1730 τον Μάιον, εδίωξαν τους καλογήρους εκ της Μονής το ονομαζόμενον Ρώσι και εκάθησαν έσω Ισμαηλίται και επόίησαν μιναρέ εις την εκκλησίαν». Όλο αυτό το διάστημα το ρωσικό στοιχείο είναι σημαντικά μειωμένο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας.

 

Ο ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι, που επισκέπτεται τη Μονή το 1744, γράφει με κάποιο παράπονο, ότι η Μονή είναι ρωσική μόνο κατ’ όνομα, ενώ σ’ αυτήν κατοικούν Έλληνες, Σέρβοι και Βούλγαροι. Εκεί που, πριν αρχίσει το ξέσπασμα των ρωσοτουρκικών πολέμων (1736) ασκήτευαν ρώσοι μοναχοί. Αναφέρει επίσης ο Μπάρσκι, ότι η Μονή είναι φτωχή και ερειπωμένη, αλλά και ιδιόρρυθμη. Εκείνος όμως που παίρνει τη Μονή υπό την προστασία του και τη σώζει από την κατάρρευση είναι ο ηγεμόνας Μολδαβίας Ιωάννης Καλλιμάχης (1758-61).

 

Ο Ιωάννης αφιερώνει στη Μονή το παρεκκλήσι του ηγεμονικού ανακτόρου Μπογδάν-σεράι, καθώς και το μοναστήρι Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, και χρηματοδοτεί έργα ανασυγκρότησης που συνεχίζονται μέχρι την έναρξη της Επανάστασης από τον Σκαρλάτο Καλλιμάχη (1773-1821). Τόσο θα βοηθήσει τη Μονή η φαναριώτικη οικογένεια, ώστε να ορίζει ο πατριάρχης Καλλίνικος Δ΄ με σιγίλλιό του (1806), όπως η μονή ονομάζεται «αυθεντικόν κοινόβιον των Καλλιμάχηδων» «καταργουμένης της του Ρωσικού προσηγορίας».

 

Η μονή Θεσσαλονικέως παίρνει την ονομασία Παλαιομονάστηρο και, χωρίς να εγκαταλειφθεί, γίνεται εξάρτημα της κυρίαρχης Μονής Ρωσικού. Τον επόμενο αιώνα, όταν άρχισαν να πληθαίνουν οι Ρώσοι, το εξάρτημα μεγαλύνεται σε κτίρια και ενοίκους. Σήμερα πρόκειται για μια εγκαταλελειμμένη εδώ και πολλές δεκαετίες «Σκήτη» της Ρωσικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, θύμα και αυτή των μεγάλων αναταράξεων και ανατροπών των αρχών του 20ου αιώνα.

Στο μονοπάτι από την Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου προς την Παναγούδα, το κελλί του Αγίου Παϊσίου, βρίσκεται στα δεξιά και στο μέσον της απόστασης το κελλί του Οσίου Χριστοδούλου με Γέροντα τον μοναχό Γαβριήλ με καταγωγή εκ Πορτίτσης Καρδίτσης, που πλήθος ανθρώπων από όλη την Ελλάδα συρρέουν να ακούσουν τον παρηγορητικό λόγο του.

Ιερό Κελλί Οσίου Χριστόδουλου

Εν αποστάσει 20΄ από των Καρυών παρά την δημοσίαν οδόν υπάρχει το κελλίον της Πατερίτσας, όπερ ανήκει τη Μονή Χιλιανδαρίου. Εν τω ναϊδίω τούτου φυλάττεται η εξ εβένου ποιμαντική ράβδος (πατερίτσα) του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου (τελευτήσαντος τω 523), κεκοσμημένη δια δακτυλίων εξ ελεφαντόδοντος, ην ο όσιος Σάββας ο Χιλιανδαρινός εκόμισε μεθ’ εαυτού εκ Παλαιστίνης.

Ιερό Κελλί Μεταμόρφωσης Σωτήρος - Πατερίστα (Χιλανδαρίου)

Εν τω ειρημένω κελλίω συνήρχοντο πάντες οι Γέροντες των πέριξ κελλίων και εβουλεύοντο υπό την προεδρίαν του οσίου Σάββα περί των ιδίων αυτών ζητημάτων. Είχε δε παραχωρηθή τούτο τω αγίω Σάββα υπό του Πρώτου, κληθέν ούτω ένεκα της εν αυτώ υπαρχούσης Πατερίτσας. Την ειρημένην ράβδον προ του 1877 είχε παραλάβη η Κυρίαρχος Μονή ένεκα καταχρήσεων του πρώην Γέροντος του κελλίου Νικηφόρου, όστις ατυχώς απέκοπτεν αυτήν κάτωθεν και εδώρει ή επώλει εις διαφόρους ευλαβείς προσκυνητάς Ρώσσους.

 

Τη 10η Ιουλίου 1877, ότε ο Μοναχός Αναστάσιος ηγόρασε το κελλίον τούτο αντί 3.000 γροσίων, εδόθη αυτώ και η ράβδος αύτη, αναγραφομένη μεταξύ των σκευών (προικός) αυτού ως εξής: «Η από αμπανόζι Πατερίτσα του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου αφιερωμένη υπό του κτήτορος αγίου Σάββα εις την Μεταμόρφωσιν». Είναι δε υπογεγραμμένος εν τω κελλιωτικώ τούτω πωλητηρίω ομολόγω ο Ηγούμενος Άνθιμος, διότι τότε η Μονή ήτο Κοινόβιον. Η ρηθείσα ράβδος εύρηται ήδη εντός ερμαρίου παρά το βόρειον κλίτος του εν τω ρηθέντι κελλίω ναϊδίου της Μεταμορφώσεως, όπερ εστί κεχωσμένον εντός του εδάφους κατά την δυτικήν πτέρυγα αυτού και έχει επαυξηθή προς το βόρειον μέρος δια του εν έτει 1745 οικοδομηθέντος νάρθηκος, εν τω οποίω κατέρχεταί τις εκ του κελλίου δια βαθμίδων τινών.

 

Το μήκος της ράβδου, ήτις έχει σχήμα καλαύροπος μετά λαβής αμφικύρτου, είναι 1μ.347, το δε μήκος της λαβής 0μ.21. φέρει δε η ειρημένη ράβδος κάτω πτέρναν αργυράν, ην κατασκεύασεν η Κυρίαρχος Μονή προς αποφυγήν της περαιτέρω αποκοπής αυτής. Το βάρος της ράβδου είναι ημισείας οκάδος, ενώ, εάν ήτο εκ γνησίου εβένου, όστις είναι σκληρότατος, εύθραυστος οπωσούν και χρώματος ισχυρώς μέλανος, θα είχε βάρος πολύ περισσότερον. Ενιαχού δε είναι αποκεχρωσμένη, το δε ωτίον της λαβής, όπερ ήτο εξ ελεφαντόδοντος, έχει αντικατασταθή δια ξύλου.

 

Το εικονοστάσιον του ναϊδίου κατεσκευάσθη το 1760. Εν τούτω υπάρχουσι τέσσαρες εικόνες αξιοσημείωτοι: Αον) η του Χριστού, μήκους 0μ.75:0μ.47 πλάτος, μετά πολυπτύχου βυσσίνου χιτώνος χρώματος ζωηροτάτου, κάλλιστα επεξειργασμένου. Επειδή δε ο χιτών είναι διεσχισμένος έμπροσθεν, πέντε των πλευρών του Χριστού είναι οραταί, κάτωθεν δε της δευτέρας τούτων υπάρχει η Σταυρική διά λόγχης πληγή, εξ ης εκχείται κάτω εντός αγίου Ποτηρίου, κατά το ήμισυ κεκαλλυμμένου διά καλύμματος, το Ζωοπάροχον Τίμιον Αίμα του Κυρίου, όστις δια μεν της δεξιάς ευλογεί γαληνιαίως, δια δε της αριστεράς κρατεί Ευαγγέλιον.

 

Εις το κάτω μέρος της εικόνος υπάρχουσι γράμματα, άτινα ίσως δηλούσι το όνομα του ζωγράφου. Βον) η της Θεοτόκου, 0μ.74. Γον) η της Βαπτίσεως του Κυρίου, και Δον) η της Γεννήσεως του Σωτήρος κάτωθεν αυτής. Υπήρχε δε και Πέμπτη εικών, η των Αγίων Πάντων, του ιδίου ζωγράφου, αλλ’ αύτη υπεξηρέθη τω έτει 1854 υπό των υπό τον Τσάμην επαναστατών. Αι εν αγίω Όρει πρωτότυποι αύται εικόνες και ιδία η του Χριστού φαίνονται σύγχρονοι προς τας του εν Λαύρα παρεκκλησίου του αγίου Αθανασίου. Άλλοθι δ’ ουδαμού εύρηται εικών ομοία κατά την διάταξιν προς την ανωτέρω του Ιησού Χριστού.

Ανηφορίζοντας το παλιό μονοπάτι από τις Καρυές για τη Μονή Βατοπεδίου, βορειοδυτικά της πρωτεύουσας του Αγίου Όρους, είναι κτισμένο το κελλί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου «Μολυβοκκλησιά», το οποίο ανήκει στη Μονή Χιλιανδαρίου, μέσα σε μια δασώδη ρεματιά, σε προσήλια τοποθεσία. Κοντά στο κελλί, που απέχει 30 λεπτά από τις Καρυές, βρίσκονται τα κελλιά Γενέσιον της Θεοτόκου (Μαρουδά) και Αγίου Δημητρίου, εξαρτηματικά της Μονής Χιλιανδαρίου.

Ιερό Κελλί Κοιμήσεως Θεοτόκου Χιλανδαρίου

Από τον εξώστη του κελλιού ο προσκυνητής ατενίζει στα ανατολικά το βόρειο Αιγαίο, ενώ περιμετρικά περιβάλλεται από κατάφυτο δάσος. Η επωνυμία Μολυβοκκλησιά οφείλεται στην «αρχαία» κάλυψη του ναού με πλάκες μολύβδου, μοναδικός τρόπος επιστέγασης του παρεκκλησίου, πριν εμφανισθούν τα νεόδμητα ρωσικά. Μια τέτοια επιμελημένη μολυβδοσκέπαστη κατασκευή, αλλά και το ότι το κελλί είναι «αρχαίον Μονύδριον» πιθανώς να συνδέεται με τον Άγιο Σάββα αρχιεπίσκοπο Σερβίας, ο οποίος έζησε για αρκετό διάστημα σε κελλί που αγόρασε, από τον Πρώτο, στις Καρυές.

 

Το παλιό κτίριο του κελλιού, το οποίο βρίσκονταν στο αυτό επίπεδο με τον Ναό, ανυψώθηκε και ανακαινίσθηκε το 1801. Η κτητορική επιγραφή βρίσκεται πάνω από την παλιά μεσημβρινή είσοδο του παρεκκλησίου και σώζεται όχι σε καλή κατάσταση. Το κείμενο της επιγραφής είναι στα παλαιοσλαβικά και η μετάφρασή του έχει ως εξής:

«του Πατρός * τη συνεργεία του Υιού * και τελειότητι Πνεύματος Αγίου * ανηγέρθη και εκτίσθη/ ναός * της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας * το έτος 7045 * και/ [ετελει]ώθη μηνί Οκτώβριο * 22η, ημέρα * κύκλου, ηλίου 22 *Σελήνη, 1ο * θεμέ/[λιο] * Έπαχτα, 6 * ινδικτιών, 15 * δι΄όλα αυτά εκοπίασε ο εν πολλοίς αμαρτωλός εν Μο/[ναχοίς]καθήμενος * εν σχήματι, ο ε[πονομαζό]μενος, Μακάριος και Δημήτριος Γιάνν».

 

Από την ανάγνωση της επιγραφής συμπεραίνεται ότι οι Μακάριος και Δημήτριος, οι οποίοι κατάγονταν από το Janjevo του Κοσσόβου, είναι οι κτίτορες του παρεκκλησίου. Η πρώτη χρονολογία της κτητορικής ειγραφής αναφέρεται στο έτος ανέγερσης του παρεκκλησίου, στα 1536/7 και η δεύτερη χρονολογία στο έτος διακόσμησής του, στα 1541. Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης αναφέρει για τη Μολυβοκκλησιά:  …ίνα δε ήδη ανέλθη τις εκ του Ναού εις την άνω οροφήν αυτού, πρέπει ν’ αναβή εικοσάδα βαθμίδων κλίμακος.

 

Ο Ναός είναι αρχαιότατος, ως δείκνυσιν η αρχιτεκτονική αυτού, έχων το σχήμα μικρού βυζαντινού Ναού σταυροειδούς μετά χορών, ομοίου προς τα Καθολικά του αγίου Όρους. Είναι δε ιστορημένος ολόκληρος δια τοιχογραφιών μετ’ επιγραφών σλαυϊκών και ιδρύθη επί του οσίου Σάββα του δομήτορος της Μονής Χιλιανδαρίου, όστις κατόπιν έκτισε το εν Καρυαίς λεγόμενον Τυπικαριό. Το Ιερόν Βήμα έχει σχήμα τραπεζοειδές, εν δε τη Προσκομιδή αυτού υπήρχε πλαξ μικρά, εφ ης ήσαν γεγλυμμένα τα ονόματα των κτητόρων και ην βέβηλος χειρ απέσπασεν εκείθεν, ου ένεκα εισέτι μένει κενός ο χώρος εκείνος.

 

Των καλυπτουσών το θολίδιον του Ναού παχειών εκ μολύβδου πλακών, αίτινες εισιν αρχαιόταται, αφηρέθησαν τινες, διότι ενείχον και ποσότητά τινα αργύρου, ον ένεκα της ελλείψεως των τότε χημικών μέσων δεν ηδύναντο να εκκαθάρωσι. Το μήκος του Ναού είναι 5 μέτρων ως έγγιστα, το δε πλάτος μεταξύ των χορών 2. Η θύρα του Ναού έκειτο το πριν εν τη μεσημβρινήαυτού πλευρά, αλλά κλεισθείσα κατά την ανακαίνισιν του κελλίου εύρηται ήδη εν τω μέσω της δυτικής πλευράς. Επί του ανωφίλου της παλαιάς θύρας εύρηται επιγραφή σλαυϊκή κατεστραμμένη, καθ’ ην η ζωγραφία εγένετο υπό Δημητρίου τινός τω έτει 7045 (1537) Ινδικτιώνος Ι΄.

Ιερόν Ιβηρίτικον Κελλίον Θείας Αναλήψεως γνωστό και ως «Κουκουναριά» η «του Νταβίλα» βρίσκεται στην περιοχή των Καρυών σε ευθεία απόσταση 300μ. από το κέντρο, στα υψώματα νοτιοδυτικά του οικισμού επί του κύριου οδικού άξονα Καρυών – Δάφνης. Το ιερό Ιβηρίτικο κελλί αφιερωμένο στην Ανάληψη του Χριστού στις Καρυές Αγίου Όρους οικοδομήθηκε το 1872 σύμφωνα με εντοιχισμένη επιγραφή που φέρει.

Ιερό Κελλί Θείας Αναλύψεως (Ιβηρητικό)

Οι κτήτορες του κελλίου ήταν Ρώσοι μοναχοί. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες μετά την αποπεράτωσή του η συνοδεία που διέμενε το εγκατέλειψε και εγκαταστάθηκαν σε αυτό Έλληνες μοναχοί. Στα τέλη του 20ου αι. στο κελλί διέμεναν ο Ιερομόναχος Βαρθολομαίος και ο μοναχός Διονύσιος οι οποίοι ασχολούνταν με την καλλιέργεια καλλωπιστικών φυτών (καμέλιας – γαρδένιας). Μετά το θάνατο του δεύτερου το 1993 και την απόσυρση του πρώτου στην Ιερά Μονή Ιβήρων λόγω γήρατος, το κελλί εγκαταλείφθηκε από το έτος 2001 έως και το 2004.

 

Στο Ιερόν Ιβηρίτικον Κελλίον Θείας Αναλήψεως σήμερα εγκαταβιώνει ο πατέρας Ιάκωβος όπου σαν εργόχειρό του έχει την παραγωγή, επεξεργασία και συσκευασία αρωματικών βοτάνων. Με μεράκι και σεβασμό καλλιεργεί τα βότανα με παραδοσιακό τρόπο χωρίς φυτοφάρμακα και άλλου είδους χημικά. Η ενασχόληση του μοναχού Ιάκωβου με την καλλιέργεια αρωματικών φυτών δημιουργεί μια μικρή παράδοση σε σχέση με το εργόχειρο των οικιστών του κελλίου που σταδιακά αρχίζει να το χαρακτηρίζει.

Η ίδρυση του Ιερού Κελλιού Μαρουδά συμπίπτει με την εποχή που στο μοναστήρι του Χιλιανδαρίου είχαν ξεσπάσει έριδες και ταραχές μεταξύ των μοναχών, στην προσπάθειά τους να εκλέξουν Ηγούμενο. Κατά την παράδοση, τη λύση έδωσε ειρηνικά η Θεοτόκος με θαυματουργό τρόπο, καταλαμβάνουσα τη θέση του Ηγουμένου, με την εικόνα της Τριχερούσας που μετακινήθηκε από τη θέση της στο σύνθρονο του ιερού βήματος, στο ηγουμενικό στασίδι.

Ιερό Κελλί Γεννήσεως Θεοτόκου - Μαρούδα (Χιλανδαρινό)

Από τότε στην Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου, μέχρι το 1990, εκλέγονταν μόνο Επίτροπος, ενώ το κορυφαίο αξίωμα στο μοναστήρι διατηρούσε συνεχώς η Παναγία. Ένας από τους υποψηφίους για τη θέση του Ηγουμένου ήταν και ο εκ Μεγάλου Τυρνόβου καταγόμενος Προηγούμενος Βίκτωρ, που το 1653 πήγε στην περιοχή των Καρυών και ίδρυσε, βορειοδυτικά της πολίχνης, σε υψόμετρο 520 μέτρων, Κελλί αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου, το επονομαζόμενο της Μαρούδας (δηλ. της μικρής Μαρίας, Μαρουδά).

 

Τα έξοδα της ανέγερσης του ναού καθώς και των χώρων εγκατάστασης των μοναχών, κατέβαλε ο ίδιος ο Βίκτωρ με χρήματα που προερχόταν από πατρική κληρονομιά. Το όλο οικοδόμημα δεν πρέπει να καταλάμβανε χώρο μεγαλύτερο από τον μισό του σημερινού ισογείου. Επιγραφή στα σλαβικά σε μαρμάρινη πλάκα, που βρίσκεται εντοιχισμένη έξω από την εκκλησία, αριστερά της εισόδου, αναφέρει ότι ο Ναός ιδρύθηκε από τον Προηγούμενο Βίκτωρα εν έτει ΡΖΞΑ, δηλαδή το 1653/4.

 

Επίσης επιγραφή στο Ναό, πίσω από τις εικόνες των Αποστόλων στο τέμπλο αναφέρει: Δέησις του δούλου του Θεού Συλωάμ (πιθανόν Σιλουάν – Σιλουανού), ιερομονάχου και της συνοδείας αυτού, έτος ΡΖΞΒ (1654/5). Το 1796 φθάνουν στο Κελλί ο Γέροντας Διονύσιος με τους μοναχούς Δαμιανό και Κωνστάντιο ενισχύοντας την υπάρχουσα συνοδία του παπα Καλλινίκου. Η συνοδία ήρθε από το Σταυρονικητιανό Κελλί της Καψάλας, των Αγίων Ονουφρίου και Πέτρου, του οποίου σήμερα μόνο τα ερείπια σώζονται.

 

Η απόδειξη της προέλευσής τους απεικονίζεται στην τοιχογραφία, πάνω από την κεντρική είσοδο, όπου μαζί με τη Θεοτόκο εικονίζονται οι προαναφερθέντες Άγιοι, ενώ επιγραφή αναφέρει: εκτίσθη ο παρών οίκος δια συνδρομής και εξόδων του πανοσιωτάτου Καλλινίκου και Γέρο – Διονυσίου και της συνοδείας αυτών Δαμιανού και Κωνστάντιου και Διαμαντή. 2 Μαΐου 1796. Η 12η Ιουνίου, ημέρα της εορτής των Αγίων Ονουφρίου και Πέτρου Αθωνίτου, είχε καθιερωθεί σαν δεύτερη πανήγυρη του Κελλιού, ισάξια αυτής της 8ης Σεπτεμβρίου, που τιμάται η Γέννηση της Θεοτόκου.

Η συνοδία αυτή έκτισε τον δεύτερο όροφο, ανακαίνισε την εκκλησία, έκτισε τον στάβλο και άνοιξε το πηγάδι. Στη νοτιοδυτική γωνία του 2ου ορόφου υπάρχει επιγραφή 23 Ιουνίου 1797, στο δάπεδο της εκκλησίας μαρμάρινη πλάκα με χρονολογία 1814, στη δυτική πλευρά του στάβλου εντοιχισμένη επιγραφή (1820), ενώ το 1816 έγινε η τακτοποίηση της πηγής που βρίσκεται δίπλα στο Κελλί και το 1820 κατασκευάστηκε το πηγάδι δυτικά του Κελλιού. Το 1816 έγινε η αργυρή επένδυση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας (1798) που βρίσκεται στο Κελλί, από Καρυώτικο εργαστήριο αργυροχρυσοχοϊας. Το αργυρεπίχρυσο κάλυμμα της ανωτέρω εικόνας είναι δέηση του Διονυσίου μοναχού και της συνοδίας του.

 

Σε αντίγραφο ομολόγου του 1800 (8 Δεκεμβρίου) που φυλάσσεται στο Κελλί, διαβάζουμε ότι οι Διονύσιος, Δαμιανός και Κωνστάντιος επλήρωσαν στο Ρωσικό (Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος) 200 γρόσια για αγορά του αρσανά στο περιγιάλι «… εις τον μύλον υποκάτωθεν μαζί με τον Αβερκιάδων… στην παραλία του Ρωσικού». Μετά τον θάνατο του Διονυσίου (1836), Γέροντας έγινε ο Κωνστάντιος. «Κατά το σωτήριον έτος 1836 Απριλίου 12 ελθών προς την ημετέραν και Ιεράν Σεβάσμιαν Μονήν του Χιλανδαρίου, ο οσιώτατος εν μοναχοίς κυρ Κωνστάντιος, ητήσατο παρ’ ημών το Κελλείον το επονομαζόμενον Γεννήσεως της Θεοτόκου.

 

Ιδόντες δε ημείς αυτόν άνδρα τίμιον και ευλαβή, δεδώκαμεν το ρηθέν Κελλείον εις πρόσωπα τρία. Και πρώτον μεν πρόσωπον υπάρχει ο ρηθείς κυρ Κωνστάντιος, και δεύτερον ο εν μοναχοίς Γεράσιμος, και τρίτον έτερος Κωνστάντιος …». Οι ανωτέρω πλήρωσαν για την έκδοση του ομολόγου του Κελλιού 1.000 γρόσια, το λεγόμενο τριμερίδιον. Στο ομόλογο αυτό, μαζί με την πλήρη καταγραφή της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Κελλίου, αναφέρεται και το μετόχι στην περιοχή της Γιοβάνιτσα με 135 ελαιόδενδρα. Το 1859 Γέροντας γίνεται ο Κωνστάντιος ο μικρός, που ήταν στη συνοδία του προαναφερθέντος Κωνστάντιου. Στο ομόλογο παραχώρησης του Κελλιού αναφέρονται σαν υποτακτικοί οι Δαμιανός και Θεοδόσιος.

 

Ο ιερομόναχος Θεοδόσιος από το 1865 είναι ο Γέροντας του Κελλιού. Γνωστός ευρύτατα στο Άγιο Όρος, για πολλά χρόνια υπήρξε πνευματικός μοναχών σε διάφορα μοναστήρια. Το 1909 έκτισε το διώροφο σπίτι στη Γιοβάνιτσα. Παρέμεινε στο Κελλί μέχρι την κοίμησή του, το 1925. Την ίδια χρονιά, το 1925, αναλαμβάνει Γέροντας στο Κελλί Μαρουδά ο ιερομόναχος Ονούφριος με τους μοναχούς Θεοδόσιο και Ιωακείμ. Ο Ονούφριος συνέχισε την πολύχρονη παράδοση του ιερομονάχου Θεοδοσίου καθοδηγώντας πνευματικά όσους του το ζητούσαν. Οι υποτακτικοί του τον διαδέχτηκαν μετά τον θάνατό του (1957). Ο Θεοδόσιος 1957-1977 (+) και ο Ιωακείμ 1977-1984 (+).

Την δεκαετία του 1960 επισκευάζεται η σκεπή του Κελλιού, αφαιρούνται οι σχιστόπλακες και τοποθετούνται κεραμίδια, ενώ ενισχύεται ο λιθόκτιστος σκελετός από οπλισμένο σκυρόδερμα. Μετά τον θάνατο του Ιωακείμ το 1984, εγκαθίσταται στο Κελλί, για λίγους μόνο μήνες, μια συνοδία μοναχών από το χιλιανδαρινό Κελλί Μπουραζέρι, αποκλειστικά για τη φύλαξή του, μέχρι να έρθει ο νέος Γέροντας με τη συνοδεία του, ο παπα Θόδωρος, που παραμένει ως το 1986 για να τον αντικαταστήσουν οι μοναχοί Ευφρόσυνος και Χρύσανθος, οι οποίοι εγκατέλειψαν το Κελλί το 1991. Το 1985 γίνονται επισκευαστικές εργασίες στην εκκλησία, η οποία ήταν σε άσχημη κατάσταση.

Από το 1991 Γέροντας του Κελλιού είναι ο ιερομόναχος Μακάριος, με υποτακτικό του τον ιερομόναχο Παύλο (από το 1997). Το 2002 ο αποθηκευτικός χώρος κάτωθεν της εκκλησίας μετετράπη σε ναΐδριο εις μνήμη του Αγίου Νικολάου Πλανά.Το 2003 κτίστηκε ο ξενώνας στον οποίο έγιναν προσθήκες το 2007, χρονιά που μετατράπηκε η αποθήκη χόρτου σε ναΐδριο προς τιμή της Παναγίας της Τριχερούσας. Το 2009 αποπερατώθηκε το καινούργιο αρχονταρίκι, ανατολικά του κτιριακού συγκροτήματος και το 2010 κατασκευάστηκε η Τράπεζα του κελλιού.

Το Κελλί του Αγίου Μηνά, ευρίσκεται εις ύψος 250μ. πάνω από το νοτιο-ανατολικό ακρωτήριο της χερσονήσου του Άθωνος. Στο θαλάσσιο σημείο αυτό, το 493 π.Χ. ο Μαρδόνιος απώλεσε το εν τρίτο του στόλου του, τριακόσια πλοία και είκοσι χιλιάδες στρατό. Ψηλά στους βράχους, αρχικώς κατοικούνταν δύο σπηλιές, μία ανατολικώς, μία νοτίως. Ένα διόρωφο κελλί κτίσθηκε εις τα τέλη του 19ου αιώνος, το οποίο εκάηκε από κεραυνό.

Ιερά Κελλί Αγίου Μηνά Βίγλα

Εις τα 1933, όπως αναφέρεται σε λίθινη επιγραφή, κτίσθηκε ο Ιερός Ναός του Κελλίου, επ΄ ονόματι του Μεγαλομάρτυρος Μηνά (εορτάζει 11 Νοεμβρίου), καθώς και δεύτερος όροφος του Κελλίου στη βόρεια πλευρά, που κάηκε και πάλιν από κεραυνό, διασωθέντος ως τόσον του Ναού. Ο Ναός ούτος, εκτίσθη παρά τίνος Μοναχού Μηνά, το δε ξυλόγλυπτον τέμπλον, θύρες και παράθυρα είναι έργα του γέροντος εκείνου, αρίστου όντως ξυλουργού.

 

To αριστουργηματικά μαρμάρινο δάπεδο του Ναού (1997-1998) είναι έργο του Μοναχού Ιωσήφ, με ακριβέστατα γεωμετρικά ψηφιδωτά. Οι παραστάσεις που απεικονίζονται είναι: στο κέντρο υπάρχει ένθετη μία πέτρα από το όρος Σινά, ώστε ο τόπος να είναι τόπος Σινά – τόπος προσευχής. Γύρω, υπάρχει αριστοτεχνικός πλοχμός, αρχαίο σχέδιο, με χρωματικές επιλογές που παραπέμπουν στις φυλές των ανθρώπων και την ευκτέα αγάπη και ομόνοια αυτών. Στις γωνίες του δαπέδου, απεικονίζονται τέσσερα δελφίνια, θαυματουργικώς παρόντα σε βίους Αγίων. Επίσης, υπάρχει η επιγραφή, μία λέξη πλάϊ σε κάθε δελφίνι· Ιωσήφ αιτεί έλεος, 1997, μία αιώνια παράκληση.

 

Ο π. Ιωσήφ προσήλθε στη Βίγλα κατά τον Οκτώβριο του έτους 1989, ευρίσκοντας ερειπωμένο το Κελλί, ακατοίκητο ήδη από εικοσαετίας. Έκτοτε ακόπως και αδιαλείπτως προσπαθεί, επιτυχώς έως τώρα, να ανακαινίζει διαρκώς το Κελλί, καθιστώντας το, όχι μόνον υλικώς, τόπο πνευματικής αναπαύσεως των εκεί προσερχομένων προσκυνητών. Αλησμόνητες παραμένουν σε όλους, οι αλληγορικές παρουσιάσεις του π. Ιωσήφ, πλήρεις υψηλών νοημάτων, που προτρέπουν σε αίνεσι Κυρίου, εσωτερική εγρήγορση, νήψη και ανοδική μετάνοια. Πλήθος μαρμάρινων, λίθινων και ξύλινων κατασκευών, σωστών κομψοτεχνημάτων κοσμούν το ησυχαστήριον· Άλλωστε, έργο του ιδίου είναι η κλίμακα που οδηγεί στο παρακείμενο σπήλαιο του Οσίου Αθανασίου.

 

Από το εκπληκτικού φυσικού κάλλους γεωγραφικό σημείο της Βίγλας, σε μικρή απόσταση ψηλά στον ουρανό, υπάρχει σημείο διελεύσεως αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας, πριν ή και μετά από τις αποστολές. Υπάρχει δέ, ένας ιδιότυπος κώδικας επικοινωνίας των ιπταμένων χειριστών και του ασκητή της Βίγλας, ο οποίος κραδαίνει τεράστιες Ελληνικές και Ρωμανικές (Βυζαντινές) σημαίες, ευχόμενος επιτυχία στην αποστολή τους· δέχεται δε τις άμεσες ενθουσιώδεις απαντήσεις και ευχαριστίες τους, με εντυπωσιακούς ακροβατικούς χειρισμούς των αεροσκαφών. Το αυτό συμβαίνει και με την διέλευση από θαλάσσης σκαφών του Πολεμικού Ναυτικού.

 

Ο μοναχός Ιωσήφ γεννήθηκε στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας (κατά κόσμον Χρήστος Μπαϊρακτάρης) το 1958.  Απόφοιτος της Σχολής ιεροψαλτών Μητροπόλεως Κορίνθου. Στην μουσική του συγκρότηση συνέβαλαν επίσης ο κατά σάρκα πατέρας του ιερέας Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ο πρωτοψάλτης του Αγίου Νικολάου Κορίνθου Ιωάννης Σπανός και ο Αθανάσιος Παϊβανάς, μαθητής του Θρασυβούλου Στανίτσα. Μοναχός της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου (1983-1989), όπου συνέψαλλε σταθερά με τους λοιπούς πατέρες της Μονής. Σήμερα μονάζει στο ησυχαστήριο του Αγίου Μηνά στη Βίγλα, του ακρωτηρίου Ακραθως, Αγίου Όρους.

Όπως και πολλά άλλα Kελιά του Άθωνα, το Ιερό Κελλί του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Το 1883 το κελλί κατοικήθηκε από Pώσους μοναχούς αλλά το 1903 η αδελφότητα εγκαταστάθηκε στην Μονή Χιλανδαρίου. Το ερειπωμένο πλέον Ιερό Χιλιανδαρινό Κελλί του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου βρίσκεται στις Καρυές, κοντά στην Ι. Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, στο μονοπάτι που οδηγεί προς το Βατοπαίδι.

Ιερό Κελλί Αγίου Χρυσοστόμου (Χιλανδαρινό)

Το Ιερό Κελλί του Αγίου Αρτεμίου βρίσκεται στην Προβάτα, σε μια περιοχή που εκτείνεται από την Ιερά Μονή Καρακάλλου μέχρι τη Μορφονού, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 80 μέχρι 200 μέτρα, με καλλιεργούμενα κτήματα και μεγάλα επανδρωμένα κελλιά. Το 1772 η περιοχή ονομαζόταν  Μεγάλη σκήτη της Πρόβατας και αριθμούσε 36 κελλιά. Τώρα αριθμεί περίπου 10 και ανάμεσά τους μέχρι το 1976 επιβλητικότερη ήταν η παρουσία του Κελλιού Άγιος Αρτέμιος.

Ιερό Κελλί Αγίου Αρτεμίου Προβατά

Το Κελλί ιδρύθηκε πιθανόν τον 14ο αιώνα από μοναχούς οι οποίοι έφυγαν από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην περίοδο της ακμής του ονομαζόταν «Σκήτη του Αγίου Αρτεμίου». Σιγά σιγά όμως έχασε τα δικαιώματα της Σκήτης και κατατάχθηκε στην 3η τάξη (Κελλί). Μέχρι το 1863 το Κελλί ήταν Ελληνικό και εγκαταβιούσαν εδώ 4-5 μοναχοί. Τίποτα βέβαια δεν θύμιζε την παλαιά του αίγλη. Το 1863 παραχωρήθηκε από την κυρίαρχο Μονή της Μεγίστης Λαύρας, στην οποία πάντα ανήκε, σε Ρώσσους μοναχούς.

 

Ο Γέροντας, Ιερομόναχος Ιγνάτιος, στον οποίο παραχωρήθηκε, ήταν ο εκπρόσωπος του Πατριάρχη της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός ανακατασκεύασε το Ναό, προσθέτοντας στον πρώτο όροφο παρεκκλήσι αφιερωμένο στη Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, δίπλα στα ερείπια του αρχαίου Ναού των Αρχαγγέλων. Μετά τον θάνατο του Ιγνατίου, το 1877, το Κελλί παραλαμβάνει ο Ιερομόναχος Παρθένιος, ο οποίος παρέμεινε Γέροντας του Κελλιού για είκοσι οκτώ χρόνια. Την εποχή αυτή ο αριθμός των μοναχών ήταν 40, από τους οποίους οι 10 ήταν Ιερομόναχοι.

 

Με την πάροδο του χρόνου η αδελφότητα των Ρώσσων μεγάλωσε για να αριθμεί στο τέλος του 19ου αιώνα 55 πατέρες και λίγο πριν το 1917 περισσότερους από 60. Ο Παρθένιος ανοικοδόμησε τον ξενώνα και τον αρσανά του Κελλιού. Ας δούμε τι αναφέρει για το Κελλί ο Γεράσιμος Σμυρνάκης (1902): «Εκ των κελλίων τούτων (σημ. της Προβάτας) εν μεν είναι ρωσσικόν, το του αγίου Αρτεμίου, τρία δε ρωμουνικά. Το του αγίου Αρτεμίου, έχον 55 πατέρας, απαρτίζεται εκ μιας μεγάλης πτέρυγος τριωρόφου κατ’ ανατολάς μετά μεγάλου Ναού του Αγίου Αρτεμίου και ετέρου της αγίας Σκέπης κάτωθι. Η πτέρυξ αύτη κάμπτουσα προς δυσμάς τείνει να ενωθή προς την δυτικήν πτέρυγα, ούτως ώστε ν’ αποτελεσθεί Μονή τετράπλευρος. Κείται δε επί λοφοσειράς μαστειδούς μικρόν άνωθεν του παλαιού κελλίου, ούτινος σώζεται το ναΐδιον, όπερ μέλλουσιν οι εν αγίω Αρτεμίω ν’ ανεγείρωσιν εις μεγαλοπρεπή Ναόν μετά Κοιμητηρίου. Διατηρεί δε και νεώριον (αρσανά) μεγαλοπρεπές, ανιδρυθέν εκ βάθρων τω 1894, όπερ αφίσταται αυτού 20΄ και κείται παρά την κεντρικήν οδόν και την διαχωρίζουαν τα όρια των Μονών Λαύρας και Καρακάλλου μεγάλην αλώδη φάραγγα».

 

Το 1905 πεθαίνει ο Παρθένιος και Γέροντας στο Κελλί γίνεται ο διάδοχός του Ιερομόναχος Αθανάσιος. Είναι η χρονιά που ο καταστροφικός σεισμός της Ιερισσού δεν αφήνει ανέπαφο και το Κελλί του Αγίου Αρτεμίου. Σημαντικότερες ζημιές υπέστη ο Ναός. Από τα σημερινά σωζόμενα, έστω και κατεστραμμένα (όχι ολοκληρωτικά), η μεγάλη αντιρίδα στα ανατολικά του Ναού, φέρει επιγραφή 1867 (η οποία συμπίπτει με την κατασκευή του Ναού από τον Ιερομόναχο Ιγνάτιο 1863-67). Ο Ναός αυτός, μετά τον σεισμό του 1905, δέχεται το τελειωτικό χτύπημα από την καταστροφική πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1976.

 

Στον κάτω όροφο υπήρχε η Τράπεζα, το μαγειρείο και τα κελλιά των μοναχών και των προσκυνητών. Στον επάνω όροφο ήταν ο Ναός του Αγίου Αρτεμίου, το ηγουμενείο, τα γραφεία και τα αρχονταρίκια, ενώ παράλληλα αριστερά του Ναού υπήρχε εκθετήριο με εσωτερικό αίθριο. Όλα τα άλλα κτίσματα του Κελλιού περιγράφονται από τον Παυλόφσκι (3 επτεμβρίου 1907) όπως είναι και σήμερα και είναι: αποθήκη-κηροπλαστείο, βουρδουναριό, μαγκειπιό (φούρνοι), πλυσταριό, λαδαριό, εργαστήριο, χαλκαδιό και στέρνες, ξενώνας, ξυλουργείο.

 

Από τα κειμήλια του παλαιού Αγίου Αρτεμίου υπάρχουν λείψανα που σώζονται μέχρι σήμερα στην κυρίαρχο Μονή Μεγίστης Λαύρας και είναι: η εικόνα της Παναγίας (που δωρίθηκε αρχικά από τη Λαύρα στο Κελλί), η εικόνα του Αγίου Αρτεμίου (σε θρόνο) και μια εικόνα σε ξύλο φοινικόδενδρου με πάρα πολλές παραστάσεις, όλες από ελεφαντόδοντο. Το Κελλί του Αγίου Αρτεμίου εθεωρείτο και είναι και σήμερα, ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση ρωσικά Κελλιά και από άποψη κτισμάτων και από άποψη έκτασης γης (στρέμματα με αμπελώνες, ελαιώνες και κήπους) και τούτο γιατί παλιά λειτουργούσε σαν κεντρικός σταθμός για την ανάβαση προς τον Άθωνα, έχοντας περί τους τέσσερις χιλιάδες προσκυνητές περαστικούς κάθε χρόνο (στα έτη 1867-1900) σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες.

 

Σήμερα το Κελλί Άγιος Αρτέμιος στην Προβάτα είναι εξαρτηματικό της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας και βρίσκεται σε περίοπτη θέση της κελλιωτικής περιοχής. Κατεστραμμένο από την πυρκαγιά του 1976 μόνο ένα μικρό τμήμα του όλου συγκροτήματος είναι κατάλληλο για κατοίκιση. Σαν συγκρότημα κτισμάτων υπάρχουν ο κατεστραμμένος Ναός (διώροφος) και ένα μικρό τμήμα του κελλιού, καθώς επίσης ο τριώροφος παλιός ξενώνας, τμήμα του φούρνου, πλυσταριού, το λαδαριό, ο υδροφράχτης, το παλιό χαλκαδιό, το οποίο σήμερα είναι στέρνα νερού, καθώς και δυο άλλες εξωτερικές στέρνες. Μέρος επίσης του συγκροτήματος του Κελλιού θα πρέπει να θεωρηθεί και ο αρσανάς ο οποίος βρίσκεται σε όρμο της παραλίας και φέρει το όνομα του Κελλιού.

 

Ο διώροφος Ναός του Κελλιού του Αγίου Αρτεμίου είναι κατεστραμμένος από την προαναφερθείσα πυρκαγιά. Λείπουν τα πατώματα, η σκεπή και τμήματα της λιθοδομής. Κατεστραμμένα είναι και πολλά άλλα τμήματα του Κελλιού που θα πρέπει να επισκευασθούν για να γίνουν και πάλι προσβάσιμα και λειτουργικό. Το έτος 1967 μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό για τη νεώτερη ιστορία του Κελλιού γιατί το έτος αυτό το αγοράζει ο Ιερομόναχος Εφραίμ από τους δύο εναπομείναντες Ρώσσους μοναχούς και εγκαθίσταται σ’ αυτό με συνοδεία δέκα μοναχών. Ο Ιερομόναχος Εφραίμ δίνει ζωή και την παλαιά αίγλη στο Κελλί αφού η φήμη του ήταν διαδεδομένη και οι επισκεπτόμενοι προσκυνητές του Κελλιού πάρα πολλοί. Σύντομα ο αριθμός των πατέρων αυξήθηκε και το 1972 η συνοδεία αριθμούσε είκοσι τέσσερις πατέρες.

 

Το 1973 η συνοδεία του γέροντος Εφραίμ εγκαταλείπει το Κελλί για να επανδρώσει την Ιερά Μονή Φιλοθέου, αφήνοντας σ’ αυτό μικρή συνοδεία. Μετά την πυρκαγιά του 1976, το Κελλί παρεδόθη στην Κυρίαρχο Μονή από την οποία μετά από έντεκα χρόνια, το 1987, το παραλαμβάνει, σε πολύ κακή κατάσταση, ο εκ της Ιεράς Μονής Φιλοθέου παλαιός Αγιοαρτεμίτης μοναχός Ευθύμιος, ο οποίος έκτοτε αγωνίζεται μαζί με φίλους και ευλαβείς πιστούς και σεβόμεωους τον Μεγαλομάρτυρα προσκυνητές να το αναστυλώσει και να το κάνει πάλι λειτουργικό όπως πριν.

Το Ιερόν Ιβηριτικόν Κελλίον της Αγίας Άννης κτίστηκε νοτιοδυτικώς των Καρυών του Αγίου Όρους το 1640 περίπου από κάποιον Μοναχό Δανιήλ. Το 1790 επεκτάθηκε, ενώ κτίσθηκε και μεγαλύτερος ναός, αλλά αργότερα φαίνεται ότι ερημώθηκε για μικρό διάστημα. Το 1870 εγκαταστάθηκε σε αυτό ο Μοναχός Πολύκαρπος, ο οποίος με τους δύο κατά σάρκα αδελφούς του Ιερομόναχο Λάζαρο και Ανδρέα, το εμπλούτισαν με βιβλία, άμφια και εικόνες.

Ιερό Κελλί Αγίας Άννης (Ιβηρητικό)

Αργότερα, χρέη γέροντα του Κελλίου ανέλαβε ο εκ Πατρών Μοναχός Θεοδόσιος (Μαζαράκης), με υποτακτικούς τους Μοναχούς Γεώργιο και Θεοδόσιο ιεροδιάκονο, που προσήλθαν στο Όρος στην δεκαετία 1930, εν συνεχεία, αυτός ο Μοναχός Γεώργιος (Ζήτως), έως την κοίμησή του, στα 1996, και έκτοτε ο ιεροδιάκονος Θεοδόσιος έως της τελευτής του το 2012. Στο ναό του Κελλίου που τιμάται στην Σύλληψιν της Αγίας Άννης (9 Δεκεμβρίου), υπάρχει η θαυματουργός εικόνα του Αγίου Μηνά, που τιμάται ιδιαιτέρως στο Κελλίον. Σήμερα στο Κελλίον εγκαταβιούν έξι Μοναχοί, με γέροντα τον ιερομόναχο Αντίπα και γίνεται μεγάλη προσπάθεια για την διατήρηση, διάσωση και ανακαίνιση αυτού.

Στην πρωτεύουσα της Αθωνικής Πολιτείας, τις Καρυές, βρίσκεται το ιστορικό Κουτλουμουσιανό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, κτίτωρ του οποίου είναι ο μέγας διδάσκαλος της αγιογραφικής τέχνης ιερομόναχος Διονύσιος ο εκ Φουρνά των Αγράφων (περίπου 1670-1746), συγγραφέας του περισπούδαστου έργου «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης» (περίπου 1728-1733).

Ιστορικό Κελλί Διονυσίου εκ Φουρνά

Ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά (1670-1746) ήταν ιερομόναχος από τον Φουρνά Ευρυτανίας, γνωστός αγιογράφος και συγγραφέας του έργου «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης και αι κύριαι πηγαί αυτής», το οποίο έγινε βασικό εγκόλπιο των Ελλήνων και των ξένων αγιογράφων για τη συνέχιση, τη διάδοση και την αναγέννηση της βυζαντινής αγιογραφικής τέχνης από τις αρχές του 18ου αιώνα και εξής.

 

Γεννήθηκε γύρω στα 1670 στον Φουρνά Ευρυτανίας όπου και πέθανε μετά το 1744, οπότε αναφέρεται για τελευταία φορά σ’ ένα έγγραφο. Σύμφωνα με άλλες πηγές πιθανότατα απεβίωσε το 1746. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Παναγιώτης Χαλκιάς. Όταν πέθανε ο πατέρας του αναγκάστηκε, ενώ ήταν σε ηλικία 12 ετών, να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να εργαστεί. Έμεινε εκεί 4 χρόνια και σε ηλικία 16 ετών εγκαταστάθηκε στον Άθω κι έγινε μοναχός και αργότερα ιερομόναχος. Στο Άγιο Όρος (Καρυές) συμπλήρωσε τις γραμματικές του γνώσεις και διδάχτηκε την τέχνη της αγιογραφίας. Το 1711 ανέγειρε εκ βάθρων το Κελλί του στις Καρυές και το προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου παρεκκλήσιό του, το οποίο εικονογράφησε και τοιχογράφησε.

 

Από το 1724 ως το 1728 ο Διονύσιος διέμενε στον Φουρνά, όπου με τους μαθητές του τοιχογράφησε τον καθεδρικό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο οποίος δυστυχώς πυρπολήθηκε από τους Τούρκους πριν από την Επανάσταση του 1821. Από το 1729 έως το 1734 επέστρεψε στο Άγιο Όρος όπου με τη συνεχή μελέτη των έργων του Πανσέληνου και του Θεοφάνη και με την επίμονη και αφοσιωμένη εργασία κατάφερε να αναδειχθεί σε έναν από τους αξιολογότερους αγιογράφους της εποχής του. Σε αυτό το διάστημα και με τη βοήθεια του μαθητή του, Κύριλλου του Χίου, έγραψε την Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης και αι κύριαι πηγαί αυτής.

 

Το 1734 λόγω φθόνου των ομοτέχνων του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Άγιο Όρος και να εγκατασταθεί στον Φουρνά, όπου ασχολήθηκε με την οικοδόμηση της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής. Δίπλα στη Μονή ίδρυσε και σχολείο των κοινών γραμμάτων, καθώς και εργαστήριο αγιογραφικής τέχνης, το οποίο κατά τον Σέργιο Μακραίο, ο “πολύς εν σοφία” διδάσκαλος του Γένους Θεοφάνης, από το 1755 ανέδειξε σε σχολή για ανώτερες σπουδές. Η σχολή λειτούργησε μέχρι το 1784 και από αυτήν αναδείχθηκαν σπουδαίοι διδάσκαλοι και διαφωτιστές του υπόδουλου Γένους.

 

Σε όλο αυτό το διάστημα μέχρι το 1744 περιστασιακά επισκέφθηκε πάλι τον Άθω (1739) και την Κωνσταντινούπολη (1740 και 1744). Από όλο το ζωγραφικό του έργο στον Φουρνά, μετά από τους σεισμούς του 1966, σώζονται 3 εικόνες του 1733 που παριστάνουν τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Ένθρονο Χριστό και τη Ζωοδόχο Πηγή, καθώς και μια εικόνα του 1725 που παριστάνει τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο.